Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Κομεντι Μιξντ Γκριλ

Μπερν αφτερ Ρίντινγκ (2008)

Τα αδερφάκια Κοέν μπακ ιν άκσιον σε ρυθμούς Λεμπόφσκι αλλά όχι ακριβώς. Γιου σι... η ταινία προσπαθεί πολύ με τις χτιστές της παρεξηγήσεις όπως επίσης προσπαθεί πολύ να δημιουργήσει sony και καλά ένα τόσο μεγάλο κλάστερ φακ (όπως σοφά λέει ο Τζ. Κ. σίμμονς σε μια φάση της ταινίας) και γενικά μου φαίνεται να προσπαθεί πολύ.

Ο Πιτ, ο Κλούνει και ο Μάλκοβιτς είναι απολαυστικοί στους ρόλους τους όπως και ο Σίμμονς το λίγο που εμφανίζεται. Η Μακντέρμοντ δεν με άρεκσε... Δεν κσέρω γιατί αλλά με φάνηκε απλά καρικατούρα. Και οι υπόλοιποι είναι καρικατούρες, αλλά πως να το πω... φάνηκαν να είναι αληθινές καρικατούρες... ορίτζιναλ... τρου... η δικιά της καρικατούρα με φάνηκε ... ανκόμφρταμπλ, όπως θα λέγαν κ'οι βαρβάροι.

Έχει γέλιο... ή μάλλον χαμόγελο. Δεν έχει δηλαδή καμια σκηνή για να lolαθείς. Μια ευχάριστη ταινιούλα που όμως πιστεύω για Κοέν αυτός ο χαρακτηρισμός είναι σχεδόν προσβολή.

Στεπ Μπράδερς (2008)

Ή αλλιώς μπουνταλάδες εν δράση!! Πραγματικά όταν σκέφτομαι την λέξη μπουνταλάς μου έρχονται στο μυαλό αυτά τα 2 "παιδιά" (Τζον Σι Ράιλι και Γουίλ Φέρελ). Προσωπικά τους λατρεύω και τους 2 σαν ηθοποιούς οπότε και μόνο που παίζαν μαζί τη γούσταρα την σαχλαμάρα. Και περι σαχλαμάρας πρόκειται. Με την πολύ καλή έννοια της σαχλαμάρας.

2 μπουνταλάδες ανώριμοι 40άρηδες, μένουν ο καθένας με τον έναπομείναντα γονέα του. Ο Ράιλι με τον πατέρα του και ο Φέρελ με την μητερα του. Οι τύποι είναι ρεμάλια με τα όλα τους και απλά δευ φιντ οφφ δειρ παρεντς. Όταν οι δυο αυτοί γονείς συνατιόνται, πηδιόνται, ερωτεύονται, παντρεύονται και μετακομίζουν μαζί σε ένα σπίτι, το ίδιο κάνουν και οι ρεμαλομπουνταλάδες.

Αυτό που ακολουθεί είναι παλιμπαιδισμός σε όλο του το μεγαλείο. Οι τύποι βγάζουν από μέσα τους το παιδί που κρύβαν και αυτό αποδεικνύεται ένα καθυστερημένο, κακομαθημένο μπ@σταρδο που θα θελες να το πλακώσεις στα σούτια (δεν υιοθετώ βία ενάντια σε παιδιά... αυτά δεν είναι παιδιά).

Πολύ γέλιο αλλά μόνο αν σας αρέσει το συλ κομωδίας που έχουν αυτοί οι 2 και είναι αρκετά συγκεκριμένο αφού έχουν γυριστεί πολλές ταινίες με παρόμοιο στυλ (Ταλαδέγα νάιτς- πολύ καλό, Σέμαι- Προ - καλούτσικο αλλά βαρετό στα σοβαρά του σημεία, Μπλέιντς οφ Γκλόρυ - Φοβερό γέλιο, Γουόκ Χάρντ - Ακολουθεί κρητική). Συστίνεται για όποιον είναι σε σαχλή διάθεση, ή πεσμένος και θέλει να φτάσει σε σαχλή διάθεση.

Γουόλκ Χάρντ: Δε Ντούι Κόξ Στόρυ (2007)

Η ταινία δεν είναι κομωδία απλά. Είναι αυτό που λεν οι Αμερικάν' σπουφ. Δηλαδή παίρνει κάτι σοβαρό που προυπάρχει και το σαχλοποιεί. Η Συγκεκριμένη ταινία παίρνει μια άλλη ταινία ως βάση και τη σκίζει χωρίς έλεος. Αυτή η ταινία είναι το Γουόλκ δε λάιν που είναι η βιογραφία του Παμέγιστου Τζόνι Κας. Και παρά το γεγονός ότι το Γουόλκ δε λάιν μου άρεσε και τον Κάς τον λατρεύω, δεν με ενόχλησε στο ελάχιστο η ταινία αυτή. Κυρίως γιατί δεν έχει ίχνος σοβαρότης (από την πρώτη σκηνή μέχρι και την τελευταία απλά προσπαθεί να προκαλέσει γάλιο - και σίγουρα δεν τα καταφέρνει πάντα) και γιατί παρά το γεγονός ότι είναι από τις ταινίες που αποκαλώ "σαχλαμάρες" (με την πολύ καλή έννοια) έγινε με πάρα πολύ μεράκι.

Ο Ράιλι είναι φοβερός στον ρόλο και προκαλεί γέλιο μόνο και μόνο που βλέπεις την φάτσα του (πολύ μπουνταλαλίδικη φάτσα ρε παιδί μου Grin)

Αυτό όμως που κλέβει την παράσταση στην ταινία, και ο λόγος που ήταν τόσο αστεία και καλή (προσωπικλη μου άποψη) είναι η μουσική. Η μουσική έχει τον πρώτο λόγο στην ταινία.

Για όσους δεν καταλαβαίνουν τον λόγο: Ο Τζόνυ Κάς (όπως εδώ στην ταινία ο Ντούι Κόξ) είναι από τους θρύλους της μουσικής στην Αμερική. Πολλοί τον θεωρούν κάντρυ μουσικό κάτι που όμως είναι παντελώς λάθος. Ήταν ροκ με την ευρύτερη έννοια της Ροκ και επηρέασε σχεδόν όλες τις σοβαρές ροκ μπάντες. Μουσική έπαιξε στα 60s, 70s, 80s και πρόσφατα (προ πενταετίας και βάλε) έβγαλε και ένα άλμπουμ με διασκεβές.

Ε... η ταινία ακολουθεί την άνοδο του Ντούι Κόξ στην μουσική σκηνή και την ανάδειξή του σε θρύλο. Οπότε και περνάει από όλες τις φάσεις της μουσικής. Έχει τραγούδια των 50s, 60s 70s, ακόμα και σύγχρονα χιπ χοπ ρε-μίξες κτλ. Ο Ράιλι έχει πολύ καλή φωνή και τραγουδάει εκπληκτικά όλα τα διάφορα είδη μουσικής με τα οποία ο χαρακτήρας του καταπιάνεται καθώς αλλάζουν οι μουσικές. Πάντως και οι μουσικοί που ασχολήθηκαν για να γράψουν όλα αυτά τα τραγούδια κάναν εκπληκτική δουλειά στο να συλάβουν την ατμόσφαιρα της κάθε εποχής και να την αποδόσουν σε τραγούδια.

Βέβαια οι στίχοι είναι τραγικά γελίοι (πολύ πολύ επιτυχημένοι για κάθε εποχή που είναι γραμμένοι) και για αυτό το όλο σκηνικό είναι πολύ αστείο.

Συστίνετε ανεπιφύλακτα σε όλους τους λάτρεις αυτού του στυλ μουσικής, και σε αυτούς που γουστάρουν το γέλιο...

Ο Γακος γίνεται ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΗΣ

Despiser (Ο Φύλακας της Κόλασης, 2003)

Λοιπόν.

Ξανά επί των επάλξεων της έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσής σας, φιλοθέαμον (και φιλοθεάμον πες το) κοινό μου.

Η Κρήτη και οι Κρητικές δε θα πεθάνουν.

Θα ’ν’ εδώ, θες δε θες, ηνωμένες δυνατές.

Κσανά:

Θα ’ν’ εδώ, θες δε θες, ηνωμένες δυνατές.

Ε, ναι. Άρης είσαι αφού.

ΑΡΗΣ ΕΙ-ΣΑΙ.

Οπότε:

Ντισπάιζορ.

Ντισπάιζορ!!!

Ντισπάιζορ λέμμε!

Ο Περιφρονητής!!!

Δεν υπάρχει το φιλμ. Όσοι έχετε έστω κι ένα ψέμα από ψυχονόσημα μέσα σας, ζητήστε το απ’ το κλαμπ της γειτονιάς σας ασάπ.

Ναι, σαφώς πρόκειται για απίστευτα κακό έργο (σας προλαβαίνω), και τέτοια έχεις δει πολλά, άρα γιατί ειδικά αυτό; ναι, αλλά πρώτον έχει πολύ μεγάλες προθέσεις (είναι καμωμένο από το υλικό που ’ναι φτιαγμένα τα όνειρα) και δεύτερον ΟΝΤΩΣ δεν έχει δεύτερό του. Γι’ αυτό θα το λατρέψετε.

Ο τύπος που το έκανε, ο Φίλιπ Κουκ, αυτός (ρισπέχ):

είχε τόσο μεγάλο καημό, κι έβαλε τόση ψυχή σ’ αυτό το ασύλληπτο γκόλεμ, που δεν το σήκωσε μονάχα στα πόδια του, αλλά του έδωσε και αμμουδερά φτερά από πάνω για να πετάει.

Είναι αστείο στα όλα του: σενάριο θες, ηθοποιοί, εφέ, ατάκες; Όλα, όλα είναι μυθικά, όλα είναι για ανθολογία, όλα έχουν κάτι τόσο αθεράπευτα στραβό μέσα τους, που τα πάει πακέτο σε άλλες διαστάσεις, το κάνει όλο ένα ντανταϊστικό παρανάλωμα, που αξίζει να δεις.

Μια που είπαμε για ατάκες. Λέει ο άλλος: «Μην ξεχνάς, πολεμάμε για την ειρήνη». «Ναι;» του απαντάει η άλλη. «Σα να πηδάς παρθένα μού κάνει αυτό». Και: «Οι Αποστάτες θα φαγωθούν!» (Οι Αποστάτες τώρα πού να σου εξηγώ ποιοι είναι – πάντως το «θα φαγωθούν» το εννοεί κυριολεκτικά, αλλά χωρίς να έχει κάποια λογική ή συνέχεια αυτό, απλώς επειδή είναι ωραίο). Και κυρίως αυτή: «Δεν είσαι ο Διάβολος. Είσαι ένα πλάσμα πικραμένο», που άπαξ και τη συνειδητοποίησα, άπαξ και αποκωδικοποίησα τις πληροφορίες που κόμιζε δηλαδή, πρέπει να λιποθύμησα από τα γέλια.

Πολύ μεγάλες στιγμές.

Συγγνώμη, δείτε λίγο τους πρωταγωνιστές (είναι όλοι πλην των δύο κεντρικών):

Ε; Οκέι; Μπήκαμε στο νόημα; Αυτά είναι.

Να προσθέσω μόνο και κλείνω, ότι υπάρχει πολύ ανιμέισον στην ταινία (ερασιτεχνικό), που το χρησιμοποιούν όταν θέλουν να δείξουν ταχύτητα, να κάνουν τσαλιμάκια με τις κάμερες, να δείχνουν γκρεμούς, ύψη, να μας μοστράρουν τα τέρατα και τέτοια. Δηλαδή για εφέ. Αλλά φαίνεται. Πολύ. Τόσο πολύ δε, που μάλλον το καταλαβαίνει και ο Φίλιπ Κουκ αυτό, και δεν τον νοιάζει από ένα σημείο και μετά, και όσο πάει τα χειροτερεύει: σα να το κάνει επίτηδες. Σα να είναι όλα αυτά όνειρο, κάτι ρεαλιστικό φτιαγμένο σε άλλη διάσταση, όπως είπαμε. Ένα υβρίδιο που εξόκειλε. Είναι ασύλληπτο. Ο άνθρωπος βέβαια το ’χει στήσει όλο αυτό με χωρίς χρήματα, εντελώς με φίλους και τα λοιπά, ενώ και ο ίδιος κάνει ΟΛΕΣ τις βασικές δουλειές, όλες όμως, μέχρι και σκηνικά τον έχει να στήνει, και παίζει και όλη η οικογένειά του. Δηλαδή, να το πούμε αλλιώς, ο τύπος έχει τρελή έμπνευση. Εμπνευσάρα. Και τα βάζει όλα κάτω για να κάνει ΑΥΤΟ. Κάπως έτσι λειτουργεί και ο μηχανισμός παραγωγής αριστουργημάτων.

Άρα δε θα πούμε αστεία σήμερα.

O 78 παραδέχεται τον ... Αφφλεκ;;;;

Όλοι έχετε ακουστά πιστεύω τον ιδιαίτερα "αχώνευτο και ατάλαντο κύριο Άφλεκ" (σαν τίτλος θατρικού μου κάνει). Έ όσοι από εσάς δεν πιστεύετε στα θαύματα ορίστε άλλη μια γερή έκρηξη να ταράξει τα θεμέλια αυτής της πίστης σας (ή μη-πίστης σας).

Ο Κύριος Άφλεκ έφκιακσε ταινία. Το περίεργο δεν είναι αυτό. Όπως είπα και σε προηγούμενο επισόδειο καλό είναι να μπορούν και οι ριτάρντιντ πιπολ να κάνουν αυτό που γουστάρουν (εξάλλου έχουμε δεί αρκετές προσπάθιες του μικρού Μπέντζαμιν στην ηθοποιία και όλοι μας συγκινηθήκαμε, γελάσαμε ίσως και να κλάψαμε, αλλά σίγουρα λυπηθήκαμε για αυτό το παιδί και τα προβλήματά του που σίγουρα όμως δεν ακυρώνουν τον σεβασμό που πρέπει να νιώθουμε για την προσπάθειά του.).

Όμως εδώ είναι που μπαίνουν και τα θαύματα στη ζωή μας. Το Γκον Μπέιμπι γκον (το φιλμέτο που σκηνοθέτησε ο Μπένι) είναι παραδόξως πολύ καλό. Είναι ένα πολύπλοκο, σκοτεινό, καλογραμμένο και καλογυρισμένο σαμπέρμπαν θρίλερ, με πολύ καλές ηθοποιίες. Πρωταγωνιστής είναι ο αδερφός του λεγάμενου, ο Κέισι, που το καημένο αυτό δείχνει και μιλάει σαν χαζό πεντάχρονο πιο πολύ ακόμα και από τον μπιγκ μπροδερ του. Έιναι όμως καλός ηθοποιός.

Παίζουν επίσης ο πάντα απολαυστικός Εντ Χάρις, και ο οβερεξπόουζντ Μοργκαν Φρίμαν (ρε μαν... ναι είσαι Φρι- μαν για να διαλέγεις ότι ταινία θέλεις, αλλά βάστα ρε άνθρωπα... διάβαζε και κανα σενάριο πριν πεις το ναι... δεν είναι δυνατόν να παίζει σε περισσότερες ταινίες κάθε χρονιά από όσες κάνουν όλοι οι άλλοι μαύροι άκτορες μαζεμένα...).

Μέχρι το τέλος βγαίνου πολύ ωραία και πετυχημένα ηθικά διλήμματα, που είναι όντως δύσκολα να αποφασίσεις και εσύ ο ίδιος τί θα έκανες. Βέβαια εντάξει... έχει υποτίθεται ένα τουίστ στο τέλος που πάλι χρησιμοποιούν το γνωστό μοντάζ που είχε στο Γιούζουαλ Σάσπεκτς (α ρε Σίνγκερ κακό που έκανες στον κοσμάκη) ενώ δεν είναι και κανα φοβερό τουίστ, αλλά το τελευταίο δίλημμα που παρουσιάζεται στον πρωταγωνιστή και η απόφαση που παίρνει, είναι όντως από τα πιο δύσκολα και προβληματικά που θα μπορούσε κάποιος να συναντήσει στη ζωή του.

Δεν θέλω να πω περισσότερα γιατί πραγματικά αξίζει το φιλμετάκι την προσοχή σας, και καλό είναι να μην ξέρετε και πολλά...

Είδατε... όχι αστεία αυτή τη φορά... Τέτοιες σοβαρές προσπάθιες απαιτούν και την ανάλογη σοβαρότητα... πάω τώρα να βγάλω το κουστούμι και τη γραβάτα μου γιατί με πνίγουν λίγο.

Ο Γάκος... με την Άζια...



Η Μητέρα των Λυγμών (La Terza Madre / Mother of tears, 2007)

Για τον Ντάριο, μάνγκες και άνιμες, τα λέγαμε και τις προάλλες, με αφορμή το τελευταίο λένε γενικά από τα μεγάλα του έργα, την Όπερα. τέλος πάντων, κι επειδή δε τη μπορώ την κακεντρέχεια, ο άνθρωπος συνέχισε να δουλεύει κανονικά και αρτζεντινικά, κι ας μην πιάνουν καλές διανομές οι ταινίες του, για να φτάσει πέρυσι, εικοσιεφτά χρόνια μετά το Ινφέρνο, να κλείσει επιτέλους τη μεγάλη και υπερμαγική τριλογία των Μητέρων. Πρώτα ήταν η Σουσπίρια, το ’77,


και τρία χρόνια μετά το Ινφέρνο,

όπου είδαμε τις Madre Suspiriorum και Madre Tenebrarum, τη Μητέρα των Στεναγμών και τη Μητέρα του Σκοταδιού αντίστοιχα, ενώ τώρα έχουμε την terza και τελευταία Madre, τη Madre Lachrimarum, δηλαδή τη Μητέρα των Λυγμών. Οι Μάγισσες αυτές έχουν υπερφυσικές ιδιότητες, είναι πολύ δυνατές, έχουν πιστούς και σπέρνουν τον όλεθρο αν ξυπνήσουν από τον ύπνο τους και τα λοιπά. Τέλος πάντων, αυτά.

Αυτό το φιλμ που λέμε σήμερα δεν είναι όμως ούτε Σουσπίρια ούτε Ινφέρνο—και καλά κάνει. Εδώ ούτε θολές, μισολιωμένες ατμόσφαιρες υπάρχουν, ούτε παλ χρώματα τεχνικολόρ, ούτε ονειρικές καταβάσεις σε μονοπάτια που δεν υπήρχαν μόλις πριν λίγο. Εδώ τα πράγματα είναι πιο ιντάστριαλ. Πιο σημερινά, και πιο προσγειωμένα. Ο Ντάριο έχει σκληρύνει, γαντζωμένος με τα μάτια από την εποχή, από το σήμερα. Εικονογραφεί τόσο ρεαλιστικά και ωμά την αστική βία, που είναι σα να σου λέει, Αυτό ήθελα να πω τόσο καιρό, αλλά το ’λεγα με τους δικούς μου τρόπους.

Βέβαια δεν παύει να είναι ο δάσκαλος που υπήρξε: τέτοια αφηγηματική δεινότητα (που φαίνεται και στράφτει στο μοντάζ) άντε να βρεις εύκολα ινάουρντεϊζ χωρίς να πέσεις αναγκαστικά πάνω σε πέντ’-έξι όντως χαρισματικές περιπτώσεις από Αμερική μεριά. Και τέτοια πρωτοτυπία στο να σου δείχνει διαφορετικά (ένα ψέμα διαφορετικά) πράγματα που ξέρεις απέξω κι ανακατωτά. Θυμάμαι είχα διαβάσει γι’ αυτό το έργο ότι κάνει αναφορές ακόμα και στον εαυτό του, και πράγματ κάνει (!), όπως επίσης σε Μπάβα, Φούλτσι, Ντεοντάτο και λοιπούς, τους σωθικάρχοντες δηλαδή τού γκορ.

Αυτό είναι άλλο ένα απρόσμενο ατού της ταινίας: οι σπλατ σκηνές, που παρουσιάζονται ωμά (όπως ξανάπαμε) και με τους χυμούς τους, και που πασχίζουν να είναι πρωτότυπες και μοντέρνες — και πράγματι ο κερατάς το καταφέρνει να αρθεί πάνω από το επίπεδο ενός Χόστελ ας πούμε ή ενός Ρομπ Ζόμπι, μόνο με λίγα πλάνα. Άμα λέμμε για δάσκαλο.

Αυτά. Παίζει, α – παίζει και ο Ούντο Κιρ, ήθελα να πω, αλλά άσ’ τον τώρα γιατί θυμήθηκα πχια παίζει τη Μητέρα των Λυγμών, μια κάπχια Μόραν Ατίας, αυτή:

ναι, ναι, και μόνο μ’ ένα τάλισμαν, ένα τίποτα, και ΦΥΣΙΚΑ η Άζια.

Αλλά γι’ αυτήν απόκαμα, δε δύναμαι να ξαναμιλήσω… Μονάχα ΘΑ ΠΩ πως και τι στον κόσμο να σε λένε Έντζο έστω και σ’ ένα έργο, και να σε φωνάζει η Άζια, «Καμάν, Έντζο, καμάααν!» κι εσύ να υπακούς.

Φόλα Αρτζέντο είμαστε.

Ο 78 Αναρωτιέται τί έπαθαν ο Ντενίρο και ο Πατσίνο

Δε ραίτσιους κιλ (2008)

Πατσίνο ΝτεΝίρο. Μαζί. Αυτό είναι η ταινία. Το πιστεύω ακράδαντα ότι το υπόλοιπο σενάριο το σκεφτήκαν σε κανα μισάωρο. Μαζευτήκαν 2-3 τύποι σε μια αίθουσα και σκέφτηκαν:

Σεναριογράφος 1 -Τί ταινία να γράπσουμε ρε;
Σεναριογράφος 2 - Χμμ... Τί λες για μια ταινία με έναν σίριαλ κίλερ και αστυνομικό έναν τυπά έτσι... πολύ τρελαμένο ρε παιδί μου... χάρντ ας... και να τον παίζει ο Ντε Νίρο;;;
Σεν 3 -....
Σεν 1 -... ε... πολύ κλισέ με ακούγεται ρε συ...
Σεν 3 - Ρε σείς τί θα λέγατε όμως για μια ταινία με έναν αστυνομικό ψιλο βρώμικο, πολύ κουλ όμως στην οποία θα πρωταγωνιστεί ο Πατσίνο;;
Σεν 2 -... αυτό ψιλο- κλισέ ακούγεται σε μένα ρε...

Με λάμψη επιτυχίας στο πρόσωπό του
Σεν 1 - ΤΟ ΒΡΗΚΑ ΡΕ ΣΕΙΣ!!!!!!
Σεν 2 -Λέγε ρε τί;
Σεν 3 - Πουτ γιορ χεντς τουγκεδερ

Σαχλό και προβλέψιμο σενάριο, που στο τέλος προσπαθεί να το παίξει και Γιούζουαλ Σάσπεκτς με ένα μοντάζ που μας αποκαλύπτει τί "πραγματικά" συνέβει! Επειδή είμαστε ηλίθιοι! Τι με λες ρε μπουμπούνα! Σοβαρά ε...;; Αυτό συνέβαινε τόση ώρα ε;; Και εγώ που νόμιζα ότι δεν ήταν δυνατόν να είσαι τόσο μ@λάκας και να εννοείς πραγματικά αυτό το πράγμα!!!

ΣΠΟΙΛΕΡ ΑΛΕΡΤ (όσοι θέλουν να δούν την ταινία και δεν θέλουν να μάθουν το τέλος μη διαβάσουν παρακάτω)

Δηλαδή για να καταλάβει κανείς πόσο λαλάκας είναι ο σκηνοθέτης (και ο σεναριογράφος δηλαδή). Έχω δυο ηθοποιούς πρώτα ονόματα! Και οι δύο αστυνομικοί, πάρτνερς και φιλαράκια. Και με το που αρχίζει η ταινία έχω τον ένα εκ των δύο να ομολογεί σε βίντεο ότι αυτός έκανε τις δολοφονείες και να αρχίζει να εξηγεί το γιατί και το πώς. Και στα "φλασμπακ" που δείχνει η ταινία τους φόνους, επιμελώς αποφεύγει να δείξει το πρόσωπο του δολοφόνου ή οτιδήποτε που θα πρόδιδε τα χαρακτηριστικά του δολοφόνου (αυτό από τα πρώτα λεπτά της ταινίας έτσι)... Ε ρε φίλε δηλαδή μας δουλεύεις...

Και το χαζό είναι ότι μέχρι το τέλος η ταινία προσπαθεί να μας πείσει ότι "όντως αυτός το έχει κάνει βρε... δεν προσπαθώ να σε δουλέψω" για να μας τα γυρίσει τούμπα στα τελευταία λεπτά και να μας πει "χα χα... σε δούλευα... θυμάσαι που προσπαθούσα να σε πείσω ότι αυτός που σου έλεγα το έχει κάνει και εσύ μου έλεγες "ναι καλά" και εγώ συνέχιζα να προσπαθώ να σε πείσω ότι όντως αυτός το έχει κάνει... ε... χα χα χα δεν το έκανε αυτός... είναι αυτός που είχες πει στην αρχή... χα χα χα... δες τώρα και ένα βαρύγδουπο μοντάζ για να σε δείξω τί πραγματικά έγινε, και να σε δείξω και τα διακριτικά νίον σάινς που είχα σκορπίσει σε όλη την ταινία που έδειχναν ποιός είναι ο πραγματικός δολοφόνος... ε... ε... δεν είμαι πολύ έξυπνος;;"

Ξέρω ακούγεται σαν κάτι που θα έλεγε κάποιος καθυστερημένος... και ίσως να είναι αλήθεια... δεν τον ξέρω στο κάτω κάτω τον άνθρωπο (που το έγραψε ή που το σκηνοθέτησε). Εξάλλου δεν είναι και τραβηγμένο αυτό. Έχουμε δει και το Βέρτικαλ Λίμιτ, και το Φλάμπερ (πολύ παλιά) και το Ερ φορς ουάν και άλλα διαμάντια της σύγχρονης 7ης τέχνης και όλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι τα έγραψαν και τα σκηνοθέτησαν ρίταρντς... και εντάξει δεν κατακρίνω, ίσα ίσα μπράβο στο Χόλιγουντ που δίνει την ευκαιρία και σε τέτοιους ανθρώπους να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, αλλά προφανώς έχουν άλλο τάργκετ όντιενς... Απλά καλό θα ήταν να το ήξερα και από πριν αυτό.

Τέσπα... οι ηθοποιίες των δύο είναι αρκετά καλές αλλά βουλιάζουν και αυτοί προς το τέλος στην άβυσσο της κουταμάρας που εκσελίσσετε στην οθόνη.

Υ.Γ - Ίσως να είμουν υπερβολικός με την ταινία (όχι ίσως, είμουν) η οποία είχε και καλούτσικα σημειάκια... αλλά το τέλος με εξόργισε τόσο πολύ (λόγω ηλιθιότητας) που δεν άντεξα...

ΣΤΑΝΤ ΑΠ ΚΟΜΕΝΤΙ ΚΙΝΓΚΖΖ

Μετά από ένα μήνα ας κάνομε κανα μασσσ άπντειτ αφού μαζόχτηκε υλικό.

Λίγο διαφορετικό το σημερινό ποστ από τα προηγούμενα. Δεν θα αναφερθώ σε ταινίες, αλλά σε 2 από τους πιο ταλαντούχους κωμικούς που έχει βγάλει ποτέ η Αγγλία. Με τελείως διαφορετικά στυλ ο καθένας, αλλά εξίσου έξυπνοι και αστείοι.

Eddie Izzard

Εκκεντρικός, τραβεστί (μόνο όσο αναφορά το ντύσιμο γιατί κατά τα άλλα γυναίκες γουστάρει από ότι λέει) και πάρα πολύ αστείος. Τα σταν απ σόου που έχει κάνει έχουν γίνει από τα πιο επιτυχημένα έβερ στην Αγγλία και κατάφερε να περάσει και στην απέναντι όχθη τα σόου του και να παραμείνουν επιτυχημένα. Τα τελευταία χρόνια έχει πάρει ρόλους και σε ταινίες (όπως η τριλογία του Όσιαν'ς δεκα κάτι) και πρωταγωνιστεί σε δική του σειρά στην Αμερικάνικη τηλεόραση που λέγεται The riches. Εξαιρετικά αστεία όλα τα σόου του που έχουν κυκολφορήσει σε Δι Βι Δι με αποκορύφωμα το Dressed to Kill που είναι από το σόου που έκανε στο Σαν Φρανσίσκο. Μόνο στην Αγγλική γλώσσα αφού στην Ελλάδα δεν έχουν κυκλοφωρήσει (και φυσικό είναι αφού σταντ απ και μετάφραση δεν ταιριάζουν και πολύ).

http://www.eddieizzard.com/home.izz

Αν μπείτε στο youtube και πσάκσετε βίντεο του, θα βρείτε αρκετά καλά.

Ο δεύτερος που ήθελα να κάνω ιδιαίτερη αναφορά είναι ο Ricky Gervais, ο οποίος έγινε πολλάκις βραβευμένος και επιτυχημένος με την υπερ-επιτυχιμένη σειρά του στο Μπι Μπι Σι The Office, το οποίο φυσικά και το πήραν στην Αερικάνικη τηλεόραση και το κάναν Αμερικάνικη σειρά, με καλά αποτελέσματα χάρη στον χαρισματικό Steve Carell.

Ο Gervais έκανε επίσης την επιρυχιμένη σειρά στο Μπι Μπι Σι The Extras και έχει κάνει και αυτός αρκετά σταντ απ σόου. Ιδιαίτερα έξυπνος και αστείος είναι η προσωποποίηση του Πολίτικαλυ ινκορέκτ στα σόου του αλλά και στις σειρές του.

Και αυτός έχει περάσει στην απέναντι όχθη και ήδη είναι στα σκαριά 2 ταινίες. Στην μια απλά πρωταγωνιστεί ενώ την άλλη την έγραψε και θα πρωταγωνιστήσει. Η ταινία που έγραψε με τον τίτλο This side of the truth εχει αρκετά έξυπνο πρέμις. Σε έναν κόσμο όπου η αλήθια είναι το αυτονόητο, κανείς δεν ξέρει τί σημαίνει να λες ψέμματα, και ως φυσικό επακόλουθο δεν υπάρχει ούτε λογοτεχνία ούτε μυθιστορήματα, ένας απλός άνθρωπος κατα λάθος λέει ψέμματα, και συνειδητοποιεί τη δύναμη του.

Για περισσότερες πληροφορίες:

http://www.rickygervais.com/

Και οι 2 συστίνονται ανεπιφύλακτα σε όποιους έχουν όρεξη από καλό γέλιο (που δεν έχει σχέση με κλανιές ή ανθρώπινη ανατομία... αναγκαστικά... Tongue)

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος τρώει μιξντ χορορ γκριλ

Death Tunnel

Μη τη δείτε, λουστείτε. Το’χουνε φκιάξει κάτι αδέρφια με πολλά ψυχολογικά και μπόλικο ταλέντο στο να μην αξιοποιούν την καλούτσικη παραγωγή: και καλά χτίστηκε ένας μεγάλος χώρος, ντεμέκ παλιό σανατόριο όπου ένας ντοτόρος ψυχάκι έφαγε… 63.000 νοματαίους πριν 70-κάτι χρόνια. Βαρεμάρα, ανία, βλακεία. Άσε καλύτερα.

Οι μέρες της Κόλασης (Days of Darkness)

Α, δεν ’ν’ κακό αυτό. Ζόμπια που τους κάνουν αυτοψία και… γεννάνε κάτι παρτσακλά πλάσματα (εξωγήινα κι έτσι), ζόμπια-γκέι, παίζει και μια μπίλντερ γκόμενα (καλό μάχιο), καλά περνάς κι εσύ. Αλλά εντέλει είναι λίγο. Το τζερν έχει πολύ ψωμί ακόμα, μη το ξεχνάνε. Περιμένουμε το φούρναρη. Και επιτέλους ένα φιλμ όπου τα ζόμπι θα μιλάνε και θα επικοινωνούν κανονικά μεταξύ τους (σαν πρώτο βήμα) και με τα μας για πιο γούστο. Αλλά οκέι, είναι νωρίς ακόμα. Δείτε το.

Dead Meat

Το λοιπόν, είναι η δεύτερη ταινία τρόμου από το Νησί (τούτη δω είναι ιρλανδέζικια) που κάνει θέμα τις τρελές αγελάδες και την επίπτωσά τους στο… περιβάλλον. Στενοχωριέσαι που τη βλέπεις ως Έλλην γιατί είναι τζάμπα η ταινία, πολύ χαμηλού μπάτζετ, αλλά είναι ταινία. Και τα έχει όλα (όσα μπορεί, τέλος πάντων). Εμείς… Οκέι, το μυθιστόρημα και ο κίνφος θέλουνε παλιά αστική τάξη, εμείς είμαστε ακόμα σε φάση φεουδαρχίας. Χαιρετήματα… We’re all dead meat now, anyway… Ένιγουέι, ο σεναρίστας έχει κέφια και οπλίζει με αγνά υλικά τούς ήρωες – κλαριά δέντρων, φουρκέτες, καρφιά… ό,τι βρεθεί, ρε αδερφέ.

Fear Itself: Dark Memories (2006)

Ένα φιλμ που αν βαριέσαι και κάνεις το λάθος και το δεις, παίζει άνετα να πεθάνεις στον καναπέ. Δεν υπάρχει τέτοιο έργο, μακράαααααν το πιο ανούσιο που έχω δει φέτο. Δείτε την Παπαρίζου καλύτερα σε κάνα παρακάναλο να μιμείται τη Τζέι Λο.

Επόμενη στάση: Ο Θάνατος (Rest Stop: Dead Ahead, 2006)

Δε θα σας ξετρελάνει, αλλά οκέι, δίνει κάποια πράγματα: η σκηνή με το δάχτυλο και η άλλη με τη γλώσσα, συν το αμπγιούζ τού μπάτσου τ’ αξίζουν τα λεφτά τους. Κατά τα άλλα, παίζει μία άκρως εκνευριστική γκόμενα, που δόξα τω Θεώ (μπαμ-μπαμ σπόιλερ) ψοφάει στο τέλος. Ένα κάποιο γλέντι το έχει η ταινιούλα. Αυτά.

Ανθρωποφάγοι (Welcome to the Jungle, 2007)

Μολονότι είμαστε (βάζω και τον 78 μέσα) τρελοί φαν τού Cannibal Holocaust, το εργάκι αυτό είναι μια χαρά. Φαντάζει λίγο ανολοκήρωτο ίσως (όλοι τεμαχίζονται πολύ γρήγορα…), αλλά είναι περιποιημένο. Καμερούλα στον ώμο (ωραία το περνάνε αυτό, με μπόλικη αληθοφάνεια), νεύρο, η μελαχρινή βέρι γκουντ, οι Νεαγουινέοι ωραιότατοι, ο Ρόκεφέλερ τα σπάει. Δείτε το.

Μέιντ μπαι Γάκος

Ο Γακος ακούει τον 78 και κάνει έρωτα στο VS (200)


Εντάξει, από τις πιο βάμος ταινίες που έχω δει ποτέ. Ντελιριο, τρέλα, σοβαρότη μηδέν, σκηνές μάχης που θα τις απολαύσεις καλύτερα τη δεύτερη ή την τρίτη φορά. Θα σας κρεμάσουν τα σαγόνια.

Τι να λαίμαι;

Το φιλμέτο τα σπάει.

Έχει το εξής τρελό χαρακτηριστικό: τα ψυχάκια που το γυρίσανε έχουνε δει τα πάντα, έχουνε αντιγράψει τα κοάλα, κι όμως φαίνεται πως δεν υπακούουν σε τ-ί-π-ο-τ-α. Είναι δικό τους το είδος, είναι το τζενρ Versus, τέλος. Νιώθεις πως τέτοια πράγματα δεν έχουν ξαναματαειπωθεί, και έτσι είναι! Καταπληκτικό. Και δεν είναι δύσκολο: θέλει όμως να έχεις απαρνηθεί διάφορα, και να μη σε κυνηγάει ο στούντιος. Ε, αυτούς δεν τους κυνηγάει κανείς, κι έχουν απαρνηθεί τα πάντα, με γενναιότητα σαμουραΐστικη.

Όλα είναι εκεί (αλλά πρωτοφανέρωτα): ο ασιατικός τρόμος, ο Δυτικός τρόμος, οι ταινίες «μαγικού κουνγκφού» του ’70 (αχ!…), ο Ταραντίνος, το Μάτριξ, ο Λεόνε ΠΡΩΤΟΣ-ΠΡΩΤΟΣ, ο Μπάρτον, ο πρώιμος Ράιμι, το γκορ σε όλο το φωτεινό του μεγαλείο, ο Ρομέρο, τού τότε, ο Μελ Μπρουκς (το γέλιο στην ταινία πάει σύννεφο, αλλά σ’ το κόβουν με την κατάνα ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΤΟΥΣ).

Καραρισπέχ.

78, να ’σαι καλά, ρα. Μ’ έφκιαξες.

Και φυσικά έχεις δίκιο: το vs δεν παίρνει στιγμή στα σοβαρά την πάρτη του. Οι τύποι έχουν πιει σάκε με μανιτάρια μέσα, δεν εξηγείται διαφορετικά.

Μέιντ μπαι Γάκος

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος κάνει παρέα με τον Ότις (2008)

Μ@λάκες, αν έχετε έστω και λίγη διαταραχούλα, μια στάλα δηλαδή, ένα ψέμα πώς το λαίναι, δείτε την ταινία, καλό θα σας κάνει. (Αν και δεν ξέρω τι στον π@ύτσο είναι καλό – μη σας πάρω και στο λαιμό μου, γιατί δεν έχω και λίγα κρίματα ίσαμε δω).

Τέσπα, ο τυπάς που μοιράζει στις ωραίες τις μαύρες τις σακούλες τις ωραίες τις λευκές άνηβες είναι γκαγκά από δω ώς το Ιρκούτσκ, αλλά οι άλλοι που παίζουνε του ρίχνουνε ΧΑΛΑΡΑ σε φρενοβλάβεια. Αλλά ΧΑ-ΛΑ-ΡΑ σε λαίο. Δέι χάπι φιου.

Πλοτ: Το πιτσοπαίδι (δυο μέτρα, πολλά κιλά, ντιπ ληγμένος) γουστάρει, ρε γκαρντάση, να ζήσει ένα αποφοιτητικό όνειρο με την Κιμ, δηλαδή, ήμαρτον, ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙ, αλλά οι σλατς (όλες οι σλατς λέγονται Κιμ στο μυαλό του) δεν του κάθουνται, ή (για να το θέσω αλλέως) δεν παίζουν το παιχνίδι: μ@λακία τους), οπότε πιάνει δουλειά με το πριγιόνι και τα λοιπά […]. Η αποδέλοιπη το σκάει κακήν-κακώς, και αναλαμβάνουν δράση οι δικοί της. Κι επειδής si vis pacem para bellum,* η φαμίγια εξοπλίζεται με όλα τα κουζινικά κι όλα τ’ άλλα τα καλούδια που κρύβουν και κρεμάν στους τοίχοι στ’ αμερικάνικα τα σπίτια και τα γκαράζζζ, και μπουκάρει στου ψυχακίου το σπίτι και το κάνει π@υτάνα. Και όχι μόνο το σπίτι.

Παιδιά και κορίτσια,** εμ το σενάριο είναι πρωτότυπο, εμ οι μ@λάκες όλοι παίζουν ΚΑΛΑ (ακόμα και το ξανθό), με σατανικά υπερκαλύτερους τον μπάτσο και τον κοντό. Θα κατουρηθείτε απάνω σας, φροντίστε να ’χετε κατωσέντονο για κατούρημα από την Ίωνος Δραγούμη γωνία με Ερμού, 12 ευρά δίνεις, σιγά τα λεφτά.

Τρομακτική, πολύ τρομακτική η σκηνάρα με το χορό του πιτσοπαιδιού κάτω από το ντίσκομπολ. Γου. Α. Ου.

Κατ.


Μετά (πίνω κι αυτό το κ@λοουίσκι τού ΑΒ) αρχίνησα να βλέπω μια ταινία που διαδραματιζότανε σε μιαν απ’ αυτές τις μεσοδυτικές κ@μοπόλεις των ήπα που θες (που λαχταράς, που ονειρεύεσαι, που σε πιάνει μιάνα ονείρωξη) να τις κάμει γιάγμα ο Μπιλάντεν χτες, αλλά με πήρε ο Ομορφέας κι είδα δύο έργα σεκς κι ένα καράτε στο παλιό Δήμητρα, κι ήμουνα λαίει 12 χρονώ και φόραγα εκείνο το μαύρο κολλητό κοτλέ με τη λευκή ρίγα στις ραφές που όταν συνειδητοποίησα περί τίνος επρόκειτο έκανα την πρώτη απόπειρα.***

Κι αύριο μέρα είναι (σερν επιτρέποντος). Όντως.



ΥΓ.: Η raw feed τα σπάει: εταιρεία παραγωγής ταινιών μόνο για διβιντί, αλλά με αξιολογότατες παραγωγές, όχι Ψάλτης. Να ’ν’ καλά τα παιδιά να τα κονομάνε, έτσι κι αλλιώς γαία πυρί μιχθήτω και το μ@υνί της Χάιδως. Νόου φίουτσουρ. Μόνο Άρης.





----------------------
* Θέλω ν’ ανεβάσω λίγο τα ζτάνταρ των Κρητικών μου.
** Αυτό, αυτό, αυτό ’ναι το σωστό: παις --> παιδί, κόρη --> κορίτσι κ.τ.ρ. Μην ακούτε τούς κλάιν φεμινιστές πρώην ρηγάδες.
***Αποτυχημένη.

Καραμουρατ

Λαιπόν... καθόμαν που λέτε ένα ωραίο (όχι και τόσο... μουντό ήταν το διαολεμένο) βραδυνό στον καναπέ μου, στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμά μου (διαμέρισμα δηλαδή ο Θεός να το έκανε και η φαντασία μου ίσως) στο Σέφιλντ (πριν καμια 5ετία και κάτι ακόμα) και έκανα ζάπινγκ στα 5 κανάλια (!!!!! Ναι, 5 ελεύθερα κανάλια έχουν μόνο εκεί) γιατί βαριόμαν. Τεσπα... εκεί που φτάνω στο 3ο και πατάω το + στο τελεκοντρόλιο για να πάει στο τσάνελ 4 (ναι το 4ο λεγόταν τσάνελ 4 και το 5ο.... καλά το μαντέψατε τσάνελ 5, είχαμε και το Μπι Μπι Σι 1 και το Μπι Μπι Σι 2... Είδες δημιουργικότητα και φαντασία οι Εγγλέζοι... μόνο το 3ο είχε ό,τι να ναι όνομα για να σε μπερδευει... Άη τι βι - θα περίμενε κανείς να να κανάλι της εκκλησίας για αγίους και τέτοια, αλλά μπα...) .... ε.... ναι... πάω που λες στο τσάνελ φορ, και πετυχαίνω τα όπενινγκ κρέντιτς μιας ταινίας κουρκικής... (το τσάνελ φορ είναι το κανάλι που έβαζε τις περισσότερες ταινίες και τις ψαγμενιές)... "φτου γ@@@το..." σκέφτηκα καθώς ήθελα να δω καμια ταινία της προκοπής. Για καλή μου τύχη το αφήνω προς στιγμήν στο κανάλι αυτό και σηκώνομαι να πάω να πάρω να πιω κάτι από το ψυγείο.

Οπως φτάνω στο ψυγείο που λέτε και αρπάζω μια Τέσκοζ πορτοκαλάντα, με την άκρη του ματιού μου βλέπω στην τηλεόραση ένα αλόκοτο θέαμα. Βλέπω έναν τυπά, ξανθό, παλικάρι ολκής, ντυμένο ωσάν τον Ρομπέν των Δασών στις ταινίες του 40 και του 50, (όχι στα πράσινα όμως, αλλά με κολάν και τα λοιπά...) να ξιφομαχεί με 5 άλλους κακούς (είχαν το οφίσιαλ βίλεν ντύσιμο αυτών των ταινιών) με ένα φλερ λες και έβλεπες τον Έρολ Φλίν στα φόρτε του, και ξάφνου να πετάει! (εντάξει... δεν πέταξε κανονικά, αλλά σε στυλ τιγρηδράκου πέταγμα... ή μάλλον έκανε ένα άλμα καμια 15αριά μέτρων... τη μια ήταν κάτω και την άλλη απάν' σε μια σκεπή...)

Ώπα... λέω... κάτι γίνεται έδω... Για να μην τα πολυλογώ, κάθισα και είδα όλη την υπόλοιπη ταινία.

Δεν γνωρίζω αν το πόστερ αυτό είναι από την συγκεκριμένη ταινία που είδα (καθώς υπάρχουν πολλές ταινίες με τον ήρωα Καραμουράτ) αλλά πιστέψτε με λίγη σημασία έχει.

Ήταν μια απόλαυση... Από τα πιο ατόφια κάλτ θεάματα που έχω δει. Η ταινία είχε όλα τα κλισέ των δυτικών "ιπποτικών" ταινιών, αλλά προσαρμοσμένα στα κουρκικά δεδομένα και αντιλήψεις. Η συγκεκριμένη ταινία κιόλας είχε να κάνει με το Βυζάντιο.

Έδειχνε που λέτε την αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ο Αυτοκράτορας ήταν ένας γέρος, ψηλό-ανήμπορος αλλά και αφελής τυπάκος, ο οποίος είχε 2-3 συμβούλους που ήταν πραγματικά φίδια! Οι τύποι δηλαδή προσπαθούσαν τόσο πολύ να το δείξουν αυτό που οι ερμηνείες τους είναι απολαυστικά αστείες. Μιλάμε για φίδια κολωβά. Η κόρη όμως του αυτοκράτορα ήταν μια καλή, αγαθή και όμορφη κοπέλα, την οποία αγαπούσε ο καλός, ευγενής, αλλά αυστηρός σουλτάνος. Ο Καραμουράτ ήταν το πρωτοπαλίκαρο του σουλτάνου.

Η ταινία έχει μπόλικη δράση με απολαυστικές σκηνές μαχών και έναν Καραμουράτ να τα βάζει με 15 και μετά να ύπταται σε στέγες σπιτιών και άλλα τέτοια παλαβά... Πολύ πολύ γέλιο.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι η ταινία τελειώνει και με την πτώση της Πόλης. Δείχνει τους στρατιώτες του σουλτάνου να ανεβαίνουν σκάλες (ναι κυριολεκτικά σκάλες χτησμένες από την εξωτερική - !!!!- πλευρά των τοιχών... δεν τις χτήσαν οι κουρκοι τις σκάλες... ήταν μέρος των τοιχών προφανώς για εύκολη πρόσβαση...) και να ρίχνουν στρατιώτες κάτω από τις σκάλες, μέχρι να φτάσουν στη κορφή και να καταλάβουν τα τοίχη! Και μετά φυσικά είχε τη σκηνή που μπαίνει ο Σουλτάνος καβάλα στο άλογο στην πόλη και οι κάτοικοι των υποδέχονταν με λουλούδια σαν ήρωα, αφού είχε διώξει τα φίδια που λέγαμε πριν που ταλαιπωρούσαν το κοσμάκη...

Το εκπληκτικό ήταν ότι μου έδειξε το πως τα βλέπουν τα πράγματα από την απέναντι όχθη. Και δεν είναι αυτοί άνθρωποι φανατισμένοι και ότι να ναι, είναι οι μπροστάρηδες της αντίστοιχης "ποπ-αρτ" της κουρκίας. Ήταν οι άνθρωποι που γράφαν τα κόμικς εκεί, που βλέπανε προφανώς κάθε είδους δυτικής ταινίας με ήρωες που είχε γυριστεί. Κι όμως και αυτοί τα βλέπανε έτσι τα πράγματα... Τώρα θα μου πείτε και εμείς τον Κεμάλ τον μαθαίνουμε ώς βάρβαρο και γω δεν ξέρω τι άλλο κουρκο (άρα = κατακτητής) που ευθύνεται για την καταστροφή και τον θάνατο πολλών δικών μας κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής καταστροφής... Η μονόπλευρη αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων είναι δεδομένη σε κάθε πλευρά του πλανήτη... απλά ορισμένες φορές μου φαίνεται πολύ αστείο το πόσο διαφορετικά βλέπουν 2 άνθρωποι τα λεγόμενα "γεγονότα".

Τέσπα... ξέφυγα τελείως... Ο Cuneyt Arkin (ο Καραμουράτ) έγινε από τους πιο γνωστούς (αν όχι ο πιο γνωστός) ηθοποιούς στην κουρκία παίζοντας σε κάθε ταινία δράσης που μπορεί να βάλει το κεφάλι του ανθρώπου! Έπαιξε τον Έρολ Φλίν της κουρκίας, τον Τσάρλς Μπρόνσον, τον Κλίντ Ίστγουντ, τον Κρίστοφερ Ριβς, τον Τσακ Νόρις και πολλούς άλλους σε διαμάντια του κουρκικού Κινηματογράφου!! Πάρτε μερικά ποστεράκια να καταλάβετε περι τίνος πρόκειται...

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Οι Απέθαντοι (2004)


Αυτό τώρα είναι αστραλέζικο, και written, edited, produced and directed by the Spieris Brothers – ναι, ναι. Και είναι 2 φιλμ σε 1.

Εξηγούμαι. Από τη μία είναι ένα καθαρόαιμο κωμικό σπλάτερ (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) με πολλά γκορ πράγματα, αστείες και ευφυείς εξοντώσεις ζόμπι και λοιπά και λοιπά, κι από την άλλη, κι εντελώς ξαφνικά (και αναίτια…), ένα όλο προβληματισμό και βιολιά στο σάουντρακ υπαρξιακό ημιφίλμ επιστημονικής φαντασίας, κάτι πες σα τις Στενές Επαφές αλλά περασμένες στον τρίφτη.

Δεν το κατάλαβα αυτό. Δεν έπιασε σε μένα. Απ’ τη μια περνάς καλά και γελάς με το πρώτο μισό, κι από την άλλη ξενερώνεις απίστευτα με το αλλοπρόσαλλο σκηνικό που ξανοίγει μπροστά σου με το δεύτερο μισό. Να σκεφτείτε, ακόμα και ο πρωταγωνιστής ξεχνιέται, και κάνει 20 ολόκληρα λεπτά να ξαναπαίξει.

Σα να ’χεις παραγγείλει διπλό ουίσκι και να ’χει πάγο μόνο το μισό.

Ντίνγκο πράγματα.

Δεν ξέρω, προτείνεται μεν, αλλά για το κομμάτι με χωρίς πάγο.



Νομίζω καλύτερα να σταματήσω.

Γενικά μιλάω.

Μπράδερχουντ οφ δε γουφλ (2001)

Έτυχε να ξαναδώ τις προάλλες μια ταινία που την είχα δει παλιότερα και με άρεσε πάρα πολύ, οπόταν και είπα να την αναφέρω.

Γαλλικό μπλοκμπάστερ που γενικά τα σπάει. Είναι ταινία εποχής με μοντέρνα αισθητική και τεχνικές.

Υποτίθεται ότι είναι βασιζμένο σε πραγματική ιστορία περιοχής της Γαλλίας (από αυτές που λέν ο ένας στον άλλο για αιώνες και το "Πήγαινε που λές ο Ζάν βόλτα στον λόφο, ώσπου άκουσε το ουγλιαχτό ενός λύκου, τγόμαξε, έπεσε και έσπασε τα μούτγα του" γίνεται "Πήγαινε ο Ζαν και όλη η φαμίλια του για πικ νικ στον λόφο, ώσπου τους επιτέθηκε ένα ανθγωπόμογφο τέγας και τους κατασπάγαξε αφού βίασε το κγανίο του Ζαν και μετά αφώδευσε πάνω του..." ... Δηλαδή κάτι σαν διαιώνιο σπασμένο τηλέφωνο... ή όπως το λέμε εμείς πλέον... Ιστορία... τέσπα... μεγάλη συζήτηση.)

Η ιστορία αυτή κάνει λόγο για ένα τέρας που κατασπάραζε κοσμάκη (δεν έκανε τα υπόλοιπα που είπα βέβαια) ώσπου φτάνει στη περιοχή ένας διαβασμένος άνθρωπος (μιας και οι υπόλοιποι εκεί ήταν ή φτωχά ντουγανάκια που το μόνο που μπορούσαν να διαβάσουν ήταν η βίβλος ... αν κάποιος άλλος τους τη διάβαζε βέβαια... ή πλούσια ντουγάνια που οι προγόνοι τους το είχαν κάνει τόσες φορές μεταξύ τους που πλέον από τα κοινά γονίδια που είχαν όλοι τους, σχηματιζόταν ένας νορμαλ εγκέφαλος μόνο αν έπαιρνες τον εγκέφαλο του καθενός τον πετούσες σε μια γαβάθα πρόσθετες αψέντι και μετά τα έκανες όλα έναν πολτό κοπανόντας τα με έναν μπαλτά, όχι γουδοχέρι γιατί χαλάει η συνταγή... -Είναι βάσιμη μέθοδος το είδα σε λαίω σε νασιοναλ τζέο... Στανταριές όχι χαζά-) ... ... ... που είμουν;;; ... α ναι... φτάνει ένας διαβασμένος άνθρωπος που λέτε με τον ινδιάνο σκλάβο του (που όμως επειδή είναι πολύ τζιμάνι -ο φλώρος όχι ο ινδιάνος- δεν του φέρεται σαν σκλάβο, αφού ο Ινδιάνος ουσιαστικά του έγινε τσιμπούρι όταν λέει τον έσωσε ο φλώρος στον πόλεμο της απέναντι όχθης), ο οποίος Ινδιάνος σκλάβος (Μαρκ Ντακλάσκος, κάτι σαν τον δικό μας τον Ζουγκλάκο , αλλά σε καμία σχέση λαίμαι...) είναι ο γ@μ@ουλας ο ίδιος (αυτός είναι σε λαίο αφού τον είχα δεί από κοντά πριν κάποια χρόνια και η ομοιότητα είναι φοβερή... τον γ@μ@ουλα είδα όχι τον ντακλάσκο...)

Αν και ινδιάνος ξέρει την τέχνη του "γ@μώ και δέρνω με μάτριχ στυλ" (κάτι που από τις λιγοστές γνώσεις μου θα έπρεπε να είναι γνωστό εκείνη την εποχή μόνο σε συλλεκτικά χωριά της χάμω ανατολής...) και φοράει δερμάτινες καμπαρντίνες, όχι βρακιά και χάντρες σαν άλλους ομοεθνείς του φλώρους!

Τέσπα μέχρι το τέλος της ταινίας μας δείχνουν ότι ο φλώρος -ο διαβασμένος- τελικά δεν είναι τόσο φλώρος και ξέρει και αυτός την ίδια τέχνη με τον ινδιάνο κουλ νίντζα (ίσως τελικά και οι δύο να είναι μακρινοί απόγονοι των γενναίων εκείνων ανθρώπων από τα συλεχτικά χωριά που έλεγα πριν) και τους γ@μ@ει (τους κακους) ότι έχουν και δεν έχουν.

Στην ταινία παίζει επίσης και ο αχώνευτος, απαράδεκτος, αηδιαστικός και άδικα τυχερός Βισαντ κασέλ (σου γ@μώ τη μαντμαζέλ) ώς ο αχώνευτος, απαράδεκτος, αηδιαστικός... ... τον εαυτό του παίζει. Το σημαντικό βέβαια είναι ότι παίζει και το έτερον του ήμισι (γ@μώ τα πάντα του).

Ναι παίζει και η Μόνικα... και είναι... ε... εντάξει θέλω να κρατήσω και ένα επίπεδο, οπότε δεν θα καταφύγω σε επίθετα. Αλλά έχει μια σκηνή η ταινία που αυτή η σκηνή από μόνη της θα πρέπει να πάρει όσκαρ σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, σκηνικών, οπτικών εφε, ηθοποιίας και ότι άλλο έχουν ευχαρίστηση. Κάνει η κάμερα ένα παν (για τους αδαείς... χο χο χο... είναι όταν η κάμερα αρχίζει από ένα σημείο και κινείτε γρήγορα προς τα μπρός... χρησιμοποιείτε κυρίως για να δείξει μεγάλες εκτάσεις γής κτλ...)... κάνει που λέτε η κάμερα ένα πάν από τους γοφούς του γυμνού, ξαπλωμένου σώματος της Μόνικας και πηγαίνοντας προς τα πάνω, καθώς πλησιάζει στο πλούσιο... γκουχ γκουχ... στήθος της βγαίνει πίσω από την εικόνα άλλη εικόνα σιγά σιγά ενός μακρυνού λόφου στο ίδιο ακριβώς σχήμα... τεσπα... όταν το περιγράφεις ακούγεται σαχλό και παιδικό... είναι σχεδόν ποιητικό στην οθώνη.

Δεν μπορώ να πω και πολλά άλλα απλά Μονικα λαίμαι και κλαίμαι...

Κλείνοντας θέλω να πώ ότι η ταινία απλά γ@μ@ει. Δεν μπορείς να πεις και τίποτα άλλο (κάτι που σαφέστατα είναι ψέμμα αφού θα μπορούσα να την αναλύσω πολύ ακόμα, αλλά δυστυχώς βαριέμαι να γράψω περισσότερα... με έφαγαν οι μεγάλες παρενθέσεις στη μέση... ίσως δεν θα έπρεπε να τις γράψω... δεν ξέρω αν είπα αρκετά για την ταινία, αλλά αν δεν είπα... είπα προφανώς για κάτι άλλο, οπόταν και αυτό χρήσιμο θα είναι... έτσι δεν είναι;; )

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος δεν βλέπει το Ούρμπαν Λέτζεντ (1998)

Είναι ψιλοφόλα, οκέι, γιατί να το κρατάμε μυστικό, οπότε το γύρισα με συνοπτικές στο ΕΤ3* κι αποξεχάστηκα με τα ζούδια που για όνομα δηλαδή αλλά είναι με το καυλί στο χέρι όλη μέρα, ρε π@ύστη.

Οκέι, ψάχνονται και για φαΐ, και κυνηγιόνται, και μ@λακίζονται, και… και αυτά – αλλά το κύριο μέλημά τους είναι ο πήδουλος.

Έδειχνε τπ κάτι γατιά, και καλά άγρια (καμία σχέση, σα το γάτο μας τον Τσίπη ήτανε που τον είχαμε ευνουχίσει κι ήρθε κι έγινε είκοσι κιλά ο χαντούμης – γατέβερ), και η άλλη λαίμαι ΤΟ ΕΚΑΝΕ με τον γάτο μπροστά στα κατσούλια. Στο λόγο μου! Εκείνα νιαρ-νιάααααααρ, και ξανά-μανά νιαρ-νιάααααααρ, μ’ ένα βλέμμα απίστευτης απόγνωσης («Γιατί μάς πηδάν τη μάνα, ποιος είν’ αυτόοοοοος; Μαμάααααα!»), αλλά η εξώλης δώσ’ του να κυλιέται σε κάτι ραδίκια (που τα ’χε μασήσει ο άλλος πρώτα; που τα ’χε μασήσει αυτή; που τα ’χε μασήσει ο παραγωγός του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ; του Άνιμαλ Πλάνετ; Δεν ξέρω, δε το ’δα απ’ την αρχή, θα μας μείνει απορία – πάντως κάποιος τα ’χε μασήσει), που τα ραδίκια λέει μυρίζανε πολύ σεξουλιάρικα (πίπες χερμπ: ο τυπάς την είχε άνετα από την αρχή, κι αυτή κι εμείς και το Νάσιοναλ Τζιογκράφικ το ξέραμε επίσης, και το Άνιμαλ Πλάνετ το ήξερε, αλλά ξερωγώ, για το ονόρε) κι έτσι τούς ερχόντανε οι ορέξεις.

Η σκύλα η γάτα στο μεταξύ άρχισε να σουρομαδιέται και να σούρνει τελείως έξαλλα, τόσο που ο κάτμαν την έκανε σε κάποια φάση, γιατί στα σοβαρά τώρα φοβήθηκε, κι αυτή τον τσαμάκωσε τσατ-μπαμ σ’ ένα τοιχαλάκι και τον στρίμωξε. Άσχημα.

Μη, τα πολυλογώ, αφού ξεμπερδέψαμε με δαύτους, πήγαμε στο Σερενγκέτι, όπου η μετάφραση-αφήγηση μάς είπε τη φοβερή λέξη «τσίτα», εννοώντας το τσιτάχ το γκιούμι (γιατί μας δείχνανε ποικιλjια ζώων), και την ξαναείπε, και ξανά άλλη μία στα καπάκια, η τσίτα και η τσίτα, οπότε κι εγώ ξανάβαλα το φιλμέτο, για να πέσω πάλι σε μια καλούλα γκορ κι έτσι σκηνή, μα λίγο η ώρα λίγο άλλοι φρικμπραδερικοί παράγοντες με ζμπρώξανε να ξαναβάλω το Σκάι, κι έτυχα σε μια ψηλοκώλα καμηλοπάρδαλη που πήγαινε να τη βατέψει ένας ζγδούμπος καμηλοπάρδαλος, κι εκείνη η έρμη τού καθότανε κοιτώντα τον ορίζοντα με ύφος θα-πάω-κι-ας-μου βγει-και-σε-κακό, αλλά ο περονόσπορας ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΦΤΑΝΕ. Μ@λάκες, τρελό γέλιο, και υποτίθεται το τυπάκι είχε πλακώσει στις μάπες όλα τα άλλα σερνικά της αγέλης – καλά, τι σ@ατά ήτανε οι άλλοι; γιακ; κατσίκια; καμήλες; καμήλες-νάνοι; Με την απορία θα μείνω.

Κι είπε πάλι η ίδια μετάφραση-αφήγηση «φερορμόνη» (με το ρου), οπόταν η συνείδησή μου δε το δέχτηκε και πάτησα ένα κουμπί στην τύχη και είδα μπροστά μου τον Παύλο Τσίμα.

Μ@λάκες, ο Παύλος Τσίμας άφησε μούσι; Πώς είναι έτσι;!

Ρε 78, γελάω, ρε φίλος. Οχ. Η κοιλιά μου.

Τέσπα, τώρα που είπα νάνοι. Ήταν μια παλιά άχρηστη σκέψη που έχω κάνει, για ένα θριλερικό ματς μπάσκετ με νάνους vs νάνους, με θεατές διάφορα φρικς και τα λοιπά, με σκοτάδια, με θολούς προβολείς και μπλε φώτα, ξέρετε τώρα, και μά το Θεό είχε ένα τέτοιο πράμα σε μιάνα εκπομπή (γιατί τον Τσίμα δε τον άντεχα με το μουστακάκι, όχι τώρα): ένα ματσάκι με νάνους! Σε ανοιχτό γήπεδο, κάτι σα το Ποσειδώνιο. Στο μεταξύ, δε, όλα τα άλλα ήτανε σε νορμάλ σάιζ, οπότε οι άνθρωποι είχαν πραγματικό πρόβλημα με το σκοράρισμα, αν και κατά τα άλλα το παίζανε όπως κι εμείς,** με κατεβάσματα, ντρίμπλες, σκριν, λεϊάπ, στοπ, τα πάντα. Το όριο ήταν το ένα-είκοσι. Κρίπι, huh;

Τι να πω… Αυτά. Για το έργο δεν έχω να πω κάτι, μιλάει η σιωπή. Κατ.

Αν ακούει κάποιος γιατρός και μπορεί να με βοηθήσει, ευχαρίστως.***



------------------------
* Ή στο Σκάι;
** Εσείς, για την ακρίβεια.
*** Όχι εσύ, ρε Αφ, νοσοκόμα δε με είπες ότι είσαι;


Μέιντ μπαι Γάκος

Κουνγκ Φου Χάσλ (2004)

Είναι τρελοί αυτοί οι Κινέζοι! Θέλετε να δείτε πως είναι ένα λάιβ άκσιον καρτούν, με ξύλο, κουνγκ φου, μπόλικη βία, γέλιο, γκάνγκστερζ και λίγο από γουέστερν αισθητική;; Ε... αυτή η ταινία τα έχει όλα και συμφέρει. Αν και αυτό το μαρινοπουλικό ακούγεται άσχημο (κανείς δεν γουστάρει ένα υπερμαρκέτιο - στην τέχνη τουλάχιστον-) στη συγκεκριμένη ταινία δίνει μια σουρεάλ αισθητική και ταυτόχρονα βομβαρδίζει τον θεατή ασταμάτητα, πράγμα που σε κάνει να μην χάνεις το ενδιαφέρον σου. Κάθε λεπτό και κάτι καινούργιο, και συνήθως από διαφορετικούς κόσμους (σλάπστικ κομεντί τη μία βγαλμένη από Τσάπλιν, εφέ που θυμίζουν ρόουντ ράνερ καρτούν την άλλη και καρά-τε ανελέητο την άλλη... πετάς και λίγο μάτριχ μέσα και έχεις ένα ποστμοντέρνο αριστούργημα).

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μακρινός ξάδερφος του Βέρσους, αφού και οι δύο ταινίες βάζουν γνωστές συνταγές από την ιστορία του κινηματογράφου μαζί με το καρά-τε σε ένα καζάνι και ανακατεύουν ασταμάτητα. Απλά ενώ το Βέρσους βάζει μέσα Πέκινπα, Χέρσελ Γκόρντον Λιούις, Ταραντίνο, Γκόρντον και άλλους διεστραμμένους τυπάδες, το Κουνγκ-φού-ζιο (ναί αυτός ήταν ο Ελληνικός του τίτλος... ε.... όχι τελείως αποτυχημένος...) βάζει μέσα Λεόνε, Γουατσόφσκι και πετάει διάσπαρτα μέσα αισθητική λούνει τουνς, αστερίχ και πολλών άλλων καρτούν της παιδικής ηλικίας. Δηλαδή αν το Βέρσους είναι ο ψυχάκιας σίριαλ κίλερ κλεισμένος σε ένα σκοτεινό άσυλο, το Κουνγκ φου χάσλε είναι το καθυστερημένο ξαδερφάκι του που τρέχει ξένοιαστο σε ένα ηλιόλουστο λιβάδι κυνηγώντας πεταλούδες με μια βαριοπούλα!


Συστήνετε ανεπιφύλακτα σε όσους ακομπλεξάριστους φαν των ταινιών θέλουν να δουν και κάτι διαφορετικό…





Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Τροπική καταιγίδα (2008)

Αν ο παραπάνω τίτλος σας λέει περισσότερα από το βάρβαρο Tropic Thunder, τότες αποφέγεται να δείτε το συγκεκριμένο μούβιο...

Η γλώσσα και ο τρόπος χειρισμού της (σλάνγκς, ιδιορυθμίες προφοράς, ποπ κάλτιουρ ρεφερένσια κτλ.) είναι όλο το ζουμί της ταινίας, και η πηγή κατουριματικού γέλιου. Βέβαια και το να βλέπεις τον επιστημονολόγο Κρούζ, αγνώριστο (με την τεχνολογία του μέικ απ) να τσαλακώνει το ιμάτζιο του και να σαχλαμαρίζει οσαν σύγχρονος Εβραίος Καραγκιόζος (το φυλετικό έχει να κάνει με το μούβιο και όχι με κάποιο βαθυ κομπλέξιο που κουβαλάω με τους κατα τα άλλα συμπαθέστατους επιχειρηματίες...), έχει και αυτό το τρελό του γέλιο, αλλά η δύναμη της ταινίας είναι στον Θέουλα Ντάουνι Τζουνιορ (που μετά το Κις κις μπανγκ μπανγκ και τον Σιδεράνθρωπο, παραθέτει άλλη μια Α-Π-Ο-Λ-ΑΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ -βαρέθηκα να βάζω παύλες, αλλά η ερμηνεία του αξίζει παύλες σε όλη τη λέξη- ερμηνεία)

Για όσους δεν το γνωρίζουν ο Ντάουνι παίζει τον Αυστραλό ηθοποιό, ο οποίος μπαίνει κυριολεκτικά στο πετσί του ρόλου (χαχαχα... ... ... πως μου τη δίνουν αυτά) ενός μαύρου... ε... συγνώμη... αφροαμερικάνου λοχία, κάνοντας εγχείρηση για να αλλάξει το χρώμα του.

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα του Ντάουνι παίζοντας κάλτσες!! ο τύπος χρησιμοποιεί όλα τα κλισέ που υπάρχουν στον τρόπο συμπεριφοράς και ομιλίας για τους μαύρους, κυρίως αυτούς που υπήρχαν στις ταινίες τη δεκαετία του 70 και του 80!!! Εαν σας αρέσει ο Ντάουνι, δεν πρέπει να χάσετε αυτή την ερμηνεία.

Κατα τα λοιπά και ο Στίλερ παίζει καλά, αλλά αυτόν τον έχουμε δει αρκετές φορές σε παρόμοιο ρόλο οπότε δεν κάνει έκπληξη. τα δίνει όλα και αυτός όμως. Και ο Μπλάκ καλός είναι...

Όπως είπα στην αρχή, εαν γνωρίζετε καλά τη βαρβαρική και μπορείτε να παρακολουθήσετε διαλόγους αγνωόντας τα άσπρα γράμματα που βγαίνουν από κάτ' και θέλουν να περάσουν ως μετάφραση, τότε δείτε το οπωσδήποτε. Γέλιο... Πολύ γέλιο

Ο Γάκος σούρνεται με το σλίδερ (2006)

Ξεκινώντας, να μη το ξεχάσω: αυτά τα ντεμέκ ουίσκια που πουλάει ο ΑΒ με 6,49 έουρος μην τα πίνετε, ρε μ@λάκες, πιείτε καλύτερα αμόλυβδη, πιείτε κολόνια όπως ο κόντες ο Σολωμός (αχ πώς μοσχοβολάει ο στόμας του), πιείτε γάλα, πιείτε ό,τι θέτε αλλά όχι αυτά. Είναι κάτι φάσεις στο νιονιό μας που τα λένε συνάψεις, και οι συνάψεις δεν είναι βαμπίρια να ζούνε για πάντα, πεθαίνουν, καίγονται, χάνονται, κι άντε να τις ξαναβρείς μετά: όλα με τα σφυριά στα γόνατα και τα πηνία στην κεφάλα θα σ’ έχουνε και δε θα μπορείς να βγεις κι απ’ το σπίτι – και για γήπεδο ούτε λόγος, θα βλέπεις το Λαό και θα νιώθεις κούρκος που ξέκοψε απ’ το κοπάδι. Και την αγωγή ακόμα, με ντιλίβερι θα σ’ τη φέρνει ο σπετσέρης. Συνελόντι, μαγκίτες: καθαρά ποτά. Και γενικώς υγιεινή ζωή. Για να ’μαστε όσο πιο βάμος γίνεται (οκέι, δε γίνεται και πολύ: όσο πάει), γιατί μάς έχουμε ανάγκη.

Λοιπόν , το έργο.

Λοιπόν το έργο, αν έχεις τη γαϊδουρινή υπομονή να το πας μέχρι το ημιχρόνιο, ΤΑ ΣΠΑΕΙ. Είναι τρελό γούστο, και ο μαν που το έγραψε/παρήγαγε/σκηνοθέτησε είναι φαν του είδους και των υποειδών, καθώς έχει στο μυαλό του και ξεδιπλώνει ζγα-ζγα μια τύπου Ινβέζον ιστορία, όπου εμπλέκεται ένας πανάρχαιο εξωγήινο σιχαμερό παράσιτο που πάει σε διάφορους κατοικημένους πλανήτες και τους γ@μεί τον αδόξαστο, αφού βρίσκει στην αρχή ένα θηλυκό να του κυοφορήσει τα μωρά – κατιτί σ@ουλήκια, κάτι σα διασταύρωση γυμνοσάλιαγκα και μπαρμπουνιού που σούρνονται μεν, αλλά με τα 1.000 – αποδίδεται πάρα πολύ καλά στο έργο αυτό, και όταν τα δείχνει ένα-ένα και όταν κυνηγάνε τον κοσμάκη μπούγιο για να μπούνε στο…

Οκέι, οκέι. Και το σπόιλερ έχει τα όριά του

Νότα μπένε: Ωραία, αποκρουστική και πρωτότυπη η σκηνή με τη γιγάντια μήτρα, και πολύ αστεία ταυτόχρονα, ακόμα κι όταν σκάει και γεμίζει τον τόπο πλασματάκια. Ιδίως τότε.

(«Γιγάντια μήτρα»; Τι λέω;…)

Τα μεγέθη στο τέλος θα σας θυμίσουν ολίγη από Πίτερ «Λορντ οβ δε Ρινγκ» Tζάκσον (ξέρετε), αλλά οκέι, ώς εκεί.

Οι φαν θα γουστάρουν με τα ζόμπι-πίτσες. Οι ρέστοι, πίτσα-φαν, δεν ξέρω, δείτε την Ωραία της Ημέρας – ή κάτι τέσπα από Μπουνιέλ, που είναι ένα χιλιάρικο φορές καλύτερος απ’ αυτόν που έκανε τα χαμερπή, λίτεραρι, Σλίδερς.

Άντε, μη φορτώσω.

Καραπροτείνεται, έχει πλάκα.

Μέιντ μπαι Γάκος

Γάκος ιν Κλόβερφιλντ

Την έχετε δει, είναι η ταινία που γυρίστηκε με μονοκάμερο στο χέρι (και καλά: όλη η ουσία είναι τα ψηφιακά) κι είναι όλο τζαζεμένα πλάνα που πάνε δώθε-κείθε, σαπέρα-σαπεράθε με μανία, και που δεν.

Αλλά, και σόρρυ, μα δεν κρατιέμαι. Προηγουμένως είδα δυο λεπτά Ειδήσεις (για να μπω σιγά-σιγά στο γκορ και στο σλάπστικ), οπότε έπεσα πάνω σ’ αυτόν τον Λιάτσο που παρουσίασε ένα κομμάτι της ομιλίας του Τσίπρα, και όχι μόνο αυτό, αλλά στα καπάκια, αμέσως μόλις τελείωσε ο βίντεος με τον όμορφο Ιζνογκούντ, είπε επί λέξει (το Λιάτσο): «Και τώρα ας ακούσουμε το τραγούδι “Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται” από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου» – μά το Θεό, αυτό είπε, κι έβαλε όντως τον Παπακωνσταντίνου από το Ηρώδειο ή κάτι τέτοιο να τραγουδάει και να παριστάνει και να κονομάει, κι από κάτω ο τίτλος έγραφε με κεφαλαία: ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΡΓΙΕΣ ΠΟΥ ΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙ, οπότε δε τη μπάλεψα και πάτησα το 7, κι ο Άλφα έδειξε: (α΄) ένα πιτσιρίκι στη Σκοτία που έσωσε τη μαμά του (είχε κρίση επιληψίας) καλώντας την Αστυνομία, και μπράβο του, και το κάνανε επίτιμο… αστυνομικό, και του βάλανε κι ένα μπάτσικο καπέλο, κι ο πιτσιρίκος γέλαγε και καμάρωνε, κι όλοι δίπλα, κι όλος ο Άλφας, κι όλοι οι τηλεθεατές τού Άλφα χαιρόντουσταν και καμαρώνανε για το καπέλο και το νάζι, και ζήτω του του μικρού που φέρθηκε σα μπάτσος – δηλαδή μάς δουλεύουνε χοντρά, (β΄) ένα ρεπορτάζζζ που μας μάθαινε πως οι ξένοι στην Ελλάδα πυροβολιώνται ολημερίς και σπάνε τα πόδια ο ένας του άλλου (δε μας είπαν με ποια σειρά) και πως δεν είναι ασφαλές να περπατάς τη νύχτα στα στενά τής… Πλατείας Βάθης (sic). Έλα, ρε θηρίο! Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις, φραουλίτσα. Που περπάταγες εσύ στο κ@λοχώρι σου ασφαλές (sic) μετά τις εννέα το βράδυ, τζουτζέ. Που νομίζεις πως άλλαξε ο κόσμος επειδή έμαθες εσύ να τραβάς μ@λακία. Λελέ, ε λελέ. Τσίμπα έν’ αρκίντι, βλάχαρε. Και (γ΄), και τώρα τα πήρα με τους φασίστες, και (γ΄ λαίμαι τέλος των πάντων) έδειξε μά τον Αλλάχ τα γυρίσματα ενός τηλεπαιχνιδιού με τον… Μητσικώστα, που το λένε Φάτους (sic) Όλους. Οκέι; Και η παρουσιάστρια του Δελτίου Ειδήσεων τού είπε τού Μητσικώστα, επειδής είναι αστείος γιά, του είπε… «Καλησπερούδια»!!! Δηλαδή, το πιστεύετε, ρε σεις; Οι τύποι δεν υπάρχουν γ@μώ το μ@υνί μου. Οι τύποι είναι ληγμένοι, ρέεε. Κλείστε τους φυλακή, ρέεε.

Τα ξύλα μου.

Οκέι.

Οκέι, η ταινία. Είναι μια τύπου Γκοτζίλα, αλλά αμερικανιά ουάν χάντρεντ περσέντ, και βαρετή όπως οι σελίδες βιβλίου της Καθημερινής. Τώρα, εσείς την ξέρετε μάλλον τη φάση, εγώ όχι, οπότε τα ξέρετε κι όλ’ αυτά τα φοβερά στοιχεία που σκοπεύω να παραθέσω (περί μυστικότητος στα γυρίσματα και ξύσε μας τ’ α@χίδια), οπότε δεν τα παραθέτω.

Δε πλοτ: Τα πρώτα 20 λεπτά δε γίνεται τίποτε (αλλά τίποτε όμως), και μετά και πάλι ουσιαστικά δε γίνεται τίποτε, εκτός από συνολικά (τα μέτρησα) εννέα λεπτά της ταινίας (η οποία διαρκεί μόλις εβδομήντα – όχι ότι αντέχεται και για περισσότερο),* όπου βλέπεις κάτι ψηφιακά εφέ με αυτοκίνητα να πετιώνται και φαντάρους να πυροβολάν και καλάουα στους δρόμους τού Νιού Γιορκ (τελείως αναληθοφανές αυτό, μη γελιόμαστε), βλέπεις να γκρεμιώνται όλο τοίχοι, και βλέπεις κι ένα τέρας εκατό μέτρα μπόι (π@ύτσες μπλε ρουαγιάλ), που είναι με διαφορά στήθους (μη σας πω και κ@λου) το πιο γελοίο, το πιο άσχημο, το πιο τραγελαφικό και απαράδεκτο τέρας στην ιστορία των τεράτων και του σινεμά. Άμα δεν το δεις, δε μπορεί να σου το περιγράψει ο άλλος. Μπορώ να το ζωγραφίσω, αλλά δεν έχω τα μέσα. Ο καθένας μπορεί: είναι ανέμελο, και όποτε το βλέπεις αλλάζει σχήμα. Ό,τι θες κάνεις δηλαδή. Φρίκη και δέος, αλλά όχι για τους λόγους που περίμεναν οι παραγωγοί και λοιποί συντελεσταί.** Τέσπα, πολύ γέλιο.

Αυτά για το πλοτ (σας σώνω από το αληθινό πλοτ που έχει να κάνει με το ότι ο νεαρός και όμορφος πρωταγωνιστής πά’ να σώσει στην άλλη άκρια της Νέας Υόρκης το όμορφο γκομενάκι περνώντας κάτω απ’ τ’ @ρχιδ@α του τεράτου, δηλαδή ούτε ο Χέρκουλις).

Τώρα, το ταινιάριο είναι είπαμε γυρισμένο με σπίντα (τάχαμου το τραβάει βίντεο όλο αυτό ένας από τους πρωταγωνιστές), πράγμα που παίζει σε δύο χρόνια από τώρα να προκαλεί τρελά γέλια στους σινεφίλους και ανατριχίλα στα στούντια. Αλλά ινάουρντέιζ στα δεκαεξάρια πουλάει, οπότε το υφίσταται και ο ωραίος ο μελαχρινός ο ψηλός ο ντιβιντοθεατής. Αλλά τι να κάνεις; Άρης είσαι. Άλλα κι άλλα άντεξες.

Τώρα που είπα Άρης (και πριν που είπα «να γκρεμιώνται τοίχοι»), θυμήθηκα τον Τέλη, καθηγητή Μαθηματικών στον παλιό «Ευκλείδη» – συνάδελφος του πατέρα μου. Ο Τέλης ήταν τρελό Αρειανάκι, και με πήγαινε πολλές φορές γήπεδο όταν ήμουν μικρός (ο πατέρας μου δεν πολυπάταγε – γι’ αυτό σάς λαίμαι: δεν έχει τόσο σχέση ο γονιός, όσο οι από δίπλα και η προσωπική εμπειρία). Ήταν πολύ ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος, αν εξαιρέσεις μια άλφα τρέλα που έχουν όλοι οι μαθηματικοί, και καθ’ όλα αξιοπρεπής. Λοιπόν, όποτε έμπαινε στο γήπεδο –πάντα με ένα παλιό ωραίο κασκόλ στο λαιμό–, ή μάλλον αμέσως μόλις άρχιζε το ματς, ο Τέλης μεταμορφωνόταν: καταρχάς, και κατά κύριο λόγο, έτρεμε. Έτρεμε σα να κύλαγε ηλεκτρικό ρεύμα στις φλέβες του. Ηρεμούσε κάπως στο ημίχρονο, και ξανά μετά πάλι τα ίδια, να τρέμει και να τρέμει σα τρελός. Και ήταν ενενήντα λεπτά όρθιος. (Αυτός μου ’μαθε να λέω, «Τα μαξιλαράκια είναι για τους καλομαθημένους κ@λους»). Και φώναζε πολύ κιόλας, συμμετείχε, μπινελίκωνε, κι όλ’ αυτά. Αλλά κυρίως έτρεμε. Ένα απίστευτο θέαμα. Λες και όλες οι δονήσεις των παp@utsιών στο χόρτο ν’ αντηχούσανε στο στομάχι του. Τέλος πάντων, μετά τον αγώνα ηρεμούσε αρκετά, και ώσπου να επιστρέψουμε σπίτι ήταν πάλι ο γνωστός κύριος Τέλης.

Λοιπόν, λοιπόν, λοιπόν, ήμουν Τρίτη Γυμνασίου και σκράπας στα θετικά, και ήρθε ο Τέλης να με κάνει κάτι ιδιαίτερα, μπας και μου κόψει. Το πολέμαγε αρκετά, δεν ήταν κακός δάσκαλος, αν και μιλάγαμε περισσότερο για Άρη στο μάθημα, τεσπά κάτι κουτσοέμαθα, και πλησίαζαν οι εξετάζεις ή κάτι τέτοιο, όταν μέσα στο σαλόνι στο σπίτι μου όπου κάναμε το φροντιστήριο άρχισαν όλα να πηγαίνουν δεξιά αριστερά και ταυτόχρονα επάνω κάτω, και μαζί να πέφτουν διάφορα πράγματα με θόρυβο στο πάτωμα και ν’ ακούγονται τσιρίδες από τη γειτονιά, οπότε (ναι, ρα) εγώ έτρεξα κι έπιασα τη βιβλιοθήκη που έπεφτε για να μην πλακώσει τη μάνα μου και την ξανάβαλα πίσω (ναι λαίμαιαιαι), και ο Τέλης – ο Τέλης άρχισε να τρέμει. Όπως ακριβώς στο Χαριλάου. Ακριβώς όμως. Κράτησε δέκα-είκοσι δευτερόλεπτα αυτό (αλλά μπορεί και λιγότερα), κι έπειτα έδωσε μία κι εξαφανίστηκε από το σπίτι. Σκέφτηκε τους δικούς του, υποθέτω, κι έτρεξε να δει πώς ήταν. Ο σεισμός λες και κρατούσε ακόμα. Ήτανε το ’79.

Τον θυμήθηκα στο άσχετο προχθές απάνω στη Σαλονίκη με τον κ@λοβάζελο, και τον θυμήθηκα και τώρα με τους «σεισμούς» στο υπερφίαλο αυτό ταινιόνι. Ο κύριος Τέλης.

Ο πατέρας μου μου είπε πριν τρία ή τέσσερα χρόνια πως τον θάψανε μ’ εκείνο εκεί το κασκόλ.


* * *


Εις μνήμην του Αρειανού κύριου Τέλη, που έτρεμε με ΟΛΟΥΣ τους σεισμούς: ΚΑΙ με τον Εγκέλαδο ΚΑΙ με τον Άρη, θα πιω το επόμενο ποτήρι Χεγκ.

Γειασάν, δάσκαλε.

Σ’ ευχαριστώ, ρα.

(Κι όχι για τα Μαθηματικά).







---------------
* Γενικά οι ταινίες-κονσέρβα «πρέπει» να διαρκούν ενενήντα λεπτά και να διαιρούνται σε τρία ίσα μέρη, με δύο τέρνινγκ πόιντς, κρίσιμες καμπές, απ’ ανάμεσό τους. Αλλά οκέι.
** Κατά το «παίκται».


Μέιντ μπαι Γάκος

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Κάτι τρελαμένα παλικάρια - επανέκδοση

Αυτό είναι ένα από τα λιγοστά ποστς που είχα κάνει στο αξιότιμο μπλόνκ http://thinktank-provolone.blogspot.com τον Μάιο του 2007, και επειδή μου άρεσε και ήθελα να υπάρχει και στο δικό μου μπλόνκ είπα να το βάλω και εδώ. Αυτό ανήκει στα αθλητικοπολιτικοκοινονικοιστορικά θέματα που ανέφερα στην αρχή...

Γεια σας και πάλι από τη ΛΔΘ (όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν) [σ.σ. για τους υπόλοιπους Λαϊκή Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης... ναι ναι ζητάμε την ανεξαρτητοποίησή μας...]. Μετά από καιρό απουσίας επιστρέφω για να παραθέσω ένα προβληματισμό. Μια παρατήρηση αν θέλετε.

Χθες βρέθηκα στο κατάμεστο Αλεξάνδρειο, και παρακολούθησα την Αριανάρα της καρδιά μας (όλων μας έτσι… δεν πιστεύω να έχει κανείς πρόβλημα με αυτό;) να πραγματοποιεί μια εξαιρετική εμφάνιση και να ξεπλένει την ντροπιαστική απόδοση που είχαν στο δεύτερο παιχνίδι των ημιτελικών. Το θέαμα ήταν ωραίο, η ατμόσφαιρα φοβερή, οι διαιτητές έπαιξαν τον καθιερωμένο ρόλο τους (αυτό του villain της ιστορίας)… και είχαμε και happy end. Όλα καλά δηλαδή.

Στο ημίχρονο με αφορμή την εμφάνιση των cheerleaders, άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις. Κυριότερα το πόσο αλλόκοτο φαινόταν όλο αυτό το σκηνικό. Η μουσική έπαιζε δυνατά ένα techno-beat, τα κορίτσια χορεύανε, η κερκίδα όμως… το χαβά της. Συνθήματα όλο το γήπεδο μαζί, τόσο δυνατά που η μουσική από τα μεγάφωνα έμοιαζε με παράσιτα. Και υποτίθεται ότι οι μαζορέτες τραβάνε περισσότερο τον αντρικό πλυθισμό. Κι όμως εκείνη τη στιγμή πάω στοίχημα ότι αν κάποιος ρωτούσε όλους τους οπαδούς μέσα στο Παλέ, θα έπαιρνε απάντηση του στυλ «τι μαζορέτες και παπ*$ιές ρε… δεν είναι για τέτοια εδώ… Άρης ρε!»

Ο ξάδερφός μου, που καθόταν δίπλα με ρωτάει πολύ εύστοχα: «Ρε συ… φαντάζεσαι πώς θα φαίνεται όλο αυτό το σκηνικό στους Αμερικάνους παίχτες, που έχουν μεγαλώσει με το NBA;;» Όντως… εκεί το μπάσκετ είναι show, με φωτορυθμικά, δυνατή μουσική, events πριν και μετά το ματς και ένα στάδιο γεμάτο με ανθρώπους που κάθονται ήσυχοι στα καρεκλάκια τους και απλά χειροκροτούν. Εκεί καταλαβαίνεις που κολλάνε οι cheerleaders. Εδώ όμως;;

Εκεί ο κόσμος πάει στο γήπεδο για να απολαύσει θέαμα. Πληρώνει αδρά, αλλά το θέαμα το απολαμβάνει (τουλάχιστον έτσι πιστεύει). Δεν μπορώ να φανταστώ π.χ. να γίνει ραδιοφωνική εκπομπή στην Αμερική όπου θα ακούγονται οι φράσεις «Την Κυριακή… *παύση* … όλοι μας… *παύση* … οφείλουμε να είμαστε στο Παλέ *με στόμφο*!! Δεν υπάρχει δικαιολογία! Καναπεδάκιδες… *παύση* … όλοι μας πρέπει να δώσουμε βροντερό παρόν… να βοηθήσουμε την ομάδα!!»

Ο οπαδός (ο φανατικός – όχι αναγκαστικά με την κακή έννοια-) εδώ το αισθάνεται ως υποχρέωση/ανάγκη να πάει στο γήπεδο να βοηθήσει την ομάδα του να πετύχει το σκοπό (δηλ. τη νίκη). Η πελατειακή σχέση που υπάρχει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με τις αθλητικές ομάδες, εδώ κατακρίνεται.

Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η σύγχυση; Η ομάδα υπάρχει για να προσφέρει θέαμα στον οπαδό, ή ο οπαδός υπάρχει για να στηρίζει την ομάδα; Σίγουρα το πρώτο είναι και το πιο νορμαλ, γιατί έτσι και αλλιώς αυτός είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης των ομάδων. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και η ομάδα χωρίς τους οπαδούς της δεν μπορεί να υφίσταται (για πολύ καιρό). Στην Ελλάδα λοιπόν που ο κόσμος έχει την τάση να αδιαφορεί εύκολα για τον αθλητισμό (το ποδόσφαιρό θεωρείται από τις αγαπημένες ασχολίες των Ελλήνων, αλλά μόνο θεωρητικά, καθώς τα εισιτήρια κάθε αγωνιστική είναι τραγελαφικά) οι λίγοι που είναι πραγματικά παθιασμένοι με την ομάδα τους είναι λογικό να αποκτούν μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο να ακολουθούν την ομάδα. Σε αυτό προσθέστε και το γεγονός ότι για πολλά από αυτά τα παιδιά το οπαδιλίκι είναι μια διέξοδος (ένας τρόπος ζωής), ώστε να αισθανθούν και αυτά ότι κάνουν κάτι σημαντικό, ότι ανήκουν κάπου.

Όλα αυτά πολλαπλασιάζονται σε ισχύ από τον παράγοντα χ, ο οποίος είναι η ανάγκη του Έλληνα να πρωταγωνιστεί. «Δεν θέλουμε ρε γαμώτο να είμαστε σαν τα Αμερικανάκια που απλά παρακολουθούν έναν αγώνα αμέτοχοι!» Εμείς θέλουμε να είμαστε μέρος του αγώνα! Να πρωταγωνιστούμε! Εξάλλου πόσοι μπορούν να πουν ότι διαβάζουν για τους εαυτούς τους κάθε Δευτέρα στις εφημερίδες; Όταν ο οπαδός πάει και διαβάζει για το πόσο εκπληκτικός ήταν ο λαός στο τάδε γήπεδο την Κυριακή, ξέρει ότι αναφέρονται σε αυτόν. Ξέρει ότι αυτό το «μεγαλείο» είναι και δικό του.

Απόδειξη όλων αυτών είναι οι τύποι που κάθονται μπροστά, μπροστά στη θύρα των «φανατικών», που οργανώνουν και παρακινούν τους υπόλοιπους. Κοιτούσα κάτι τέτοια παιδιά στον αγώνα χθες να κουνάνε χέρια σαν μαέστροι μιας τρελαμένης χορωδίας. Και φυσικά δεν πρέπει να είδαν πάνω από 5 λεπτά του αγώνα. Τους κοιτούσα και απορούσα «Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι υγιές;» Απάντηση φυσικά και δεν μπορώ να δώσω. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι αυτό που κάνανε πραγματικά το πίστευαν ότι είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν στη ζωή τους. Η ιδέα με στενοχωρούσε. Αυτούς όμως ίσως και να τους γέμιζε περισσότερο από όσο μπορούσα να φανταστώ. «Μέσα στην καρδιά μου έχω τον Θεό. Άρη οεο!!»

Και το τελευταίο του Γάκου για σήμερα Ong Bak

Ται. Νι. Ου. Κλα.

Δεν υπάρχει λαίμαι το έργο. Τέλος. Οι τύποι που το κάνανε, άμα και είχανε φράγκα (γιατί το κάνανε ΤΖΑΜΠΑΝΤΑΝ ΤΖΑΜΠΑ), θα γυρίζανε το Από τη Γη στη Σελήνη σε φυσικούς χώρους. Τέλος.

Δε μιλάμε απλώς για Μουάι Τάι εδώ (που γ@μεί – και δέρνει), μιλάμε για ένα νόνστοπ ρεσιτάλ από πανδύσκολα σταντ που τα εκτελούν οι ίδιοι οι ηθοποιοί, χωρίς σωσίες, χωρίς κασκαντέρ, χωρίς δίχτυα, χωρίς ψηφιακά αρκίντια, χωρίς τύχη, χωρίς μέσα για να τους προστατέψουν, χωρίς τίποτα. Έτσι από φιλότιμο κι από μαγκιά, τρελά Αρειανάκια. ΄

Όσο για τον πρωταγωνιστή, ό,τι και να πω εγώ ωχριά μπροστά στις ικανότητές του, μπροστά στην τρέλα του, μπροστά στην καρδιά του να εκτελεί σταντ που δεν έχουν ξαναγίνει, απλά, ποτέ. Τον λένε Tony Jaa.

Η σκηνοθεσία είναι πιωμένη, τρέχει από πίσω του και τον παρακολουθεί με τρέλα, ρίχνει πάνω του δέκα τρίκυκλα ταξιά τής Μπανγκόκ έτσι για πλάκα, και τον βυθίζει σ’ ένα πέλαγο δεινά – σόρρυ, αλλά η ταινία έχει κάτι από Σαίξπηρ, και φυσικά δεν κάνω πλάκα.

Τι να πούμε άλλο; Την ψάχναμε καιρό, δόξα τω Γιαραμπή τη βρήκαμε. Αν σας αρέσουν οι πολεμικές τέχνες, δείτε τη. Αν σας αρέσουν πολύ οι ταινίες με πολεμικές τέχνες, πάτε τώρα να την πάρετε, και κόψτε τη να την έχετε για διά βίου εκπαίδευση.

Ταϊλάνδη ρουλς, και καλά κάνει.

Ζήτω ο άνθρωπος Βούδας.

Ζήτω!

Ζήτω η Επανάσταση.

Ζήτω!

Να πω μονάχα τώρα που το θυμήθηκα πως και οι ίδιοι οι τύποι που το γυρίσανε ξέρουν πότε κάνουν κάτι παραπάνω από πέρα για πέρα γουάου και το δείχνουν δυο και τρεις φορές απανωτά, ή σε σλόου, για να γουστάρουμε κι άλλο.

Είναι θεότητες.

Ρισπέχ.

Αν βλέπατε τις σκηνές μάχης σε Μάτριξ, Κιλμπίλ και τέτοια αφού πρώτα είχατε δει αυτό, θα νομίζατε πως σας κάνουνε πλάκα.

Ξαναξεκινάω σήμερα προπονήσεις (κι όμως είναι σύμπτωσα), και δεν είμαι καλά.

Μέιντ μπάι Γάκος

Ομίχλη το μέλλον μας...

Θα παρακάμψω για λίγο τις κριτικές του Γάκου, για να γράψω μια πιο μέινστριμ...

Λαιπόν... είδα τις προάλλες μια ταινία που λεγόταν η ομίχλη... όχι δεν ήταν η Β μουβι που βγήκε το 2005 με τα τινέιτζερ να τρέχουν πέρα δόθε σαν τζαζλά, ούτε αυτή του παλαβού Κάρπεντερ... ήταν η μιστ και όχι η φογκ.

Τεσπα... την έκανε ο Νταραμπόντης που έκανε και τη φυλακή με τον άλλον που βγαίνει από τα σκ@τ@ και πεφτει στις λάσπες αλα πλατούν με τα χέρια στην ανάταση (δεν ακούγεται και σόι αλλά λέει πολύ το ταινιάκι.)

Είναι λέει ένα κ@λοχώρι όπου σκάει ξάφνου μια ομιχλάρα και καλύπτει τα πάντα. Αν και όλο το μέρος γίνεται σαν την Εθνική Σαλονίκη-Σέρρας τον Φεβρουάριο (εκεί πάνω στα βουνα που πιάνουν καλά τα σύνεφα) και η ορατότητα είναι υπό του μηδενός (δηλαδή βλέπεις προς τα μέσα από τα μάτια σου μόνο και καθόλου προς τα έξω), εμας μας ενδιαφέρουν μόνο κάτι καημένοι που κλειστήκανε σε υπερμαρκέτιο (καπιταλισμός δυτικός κόσμος κατανάλωση και τα σχετικά...).

Εκει μέσα που λέτε έχει κάθε καρυδιάς καρύδι (οσάν την κοινωνία μας) και κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Χωρίζονται και σε ομάδες (ρε μπας και θέλει να πει κάτι η ταινία με αυτές τις ομοιότητες) η οποίες βεβαίως βεβαίως έχουν διάφορες απόψεις για το τί είναι αυτό το πράγμα και τί πρέπει να κάνουνε.

Στο μεταξύ σκάνε κατα διαστήματα κάθε λογής τερατάκια από όλες τις ταινίες τρόμου που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Δεν κάνω πλάκα... τις παναγιάς τα μάτια έχει αυτή η ομίχλη... κάτι σαν τεράστια κιντερ έκπληξη, μόνο που δεν την τρώς... σε τρώνε αυτά που βγαίνουν... χμμμ ενδιαφέρον τουιστ.

Δεν θέλω να σας χαλάσω το τέλος.... αλλά και να μην σας το χαλάσω θα σας χαλάσει... Ως ένα σημείο καταλάβαινα που το πήγαινε ο ποιητής (με αυτούς τους συμβολισμούς που λέγαμε) αλλά στο τέλος μου βγαίνει αριστερά απότομα σε στροφή χωρίς φλας... και με ομίχλη... δηλαδή... γ@μ@ τα! Και εκεί δηλαδή που πιστεύω ότι είναι βαθύ το νόημα και κάτι πάει να κάνει, μου το ξεφτυλίζει στο τέλος και καταλίγω στο συμπέρασμα ότι πήρε κάτι πολύ λιγμένο πρίν την ταινία (καμια από εκείνες τις κονσέρβες με τα φασολάκια και τη σάλτσα, αλλά σαν αυτά που παίρνουν στο στρατό... αν είχε και ζβαν του 40 μαζί του... λογικό το αποτέλεσμα)

Με εκνεύρισε και του βάζω ένα Χ του παλιο... άντε μη βρίσω...

Γάκος ιν Καραντάιν νοστάλτζια Kung Fu killer (2008)

Τι να πω τώρα γι’ αυτό το έργο; Τι να πω δηλαδή για τον έρμο τον Ντέιβιντ Καραντάιν; Που τον έχω κόνισμα από τότε που τα ’φερε έτσι η π@υτάνα η ζωή και χάσαμε τον Μπρους και πήρε αυτός το ρόλο στο Κουνγκ Φου; Δηλαδή όντως τώρα τι να πεις; Το Κουνγκ Φου είναι Η επίπτωσα από τα σίριαλ τού τότε, κι όχι μόνο για μένα που ’χε πέσει η μάνα μου από τις σκάλες.* Θυμόμαστε όλοι από το πώς πάταγε το ρυζόχαρτο ή πώς έπιανε με τους πήχεις το θεόκαυτο μαγκάλι, μέχρι τα άσπρα μάτια του δασκάλου του και τη μουσική που έπαιζε στα γράμματα. (Ρωτήστε τον 78…) [σ.σ. - εγώ είμαι αυτός... ο 78]

Πολλά χρόνια περάσανε από τότε, πολλά… Κι όλα τους, ένα κι ένα. Να’ναι καλά κι ο Ταραντίνο δηλαδή που τον νεκρανάστησε μετά από ένα κομποσχοίνι αποτυχιών, που έφεραν το αποτέλεσμα να παίζει τώρα ο μέγας Καραντάιν σ’ αυτό το αίσχος.

Λίγα Λόγια την Ταινία: Σαγκάη και περίχωρα αυτής, κατά το ’30-τόσο (πριν τους Ιάπωνες, επί Κουόμιντανγκ, το Εθνικιστικό Κόμμα, για τους Ζούνιορ, που αποσχίστηκε από το Κομ@υνιστικό και με το στρατό προσπαθούσε να πάρει την εξουσία), Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικάνοι ανάμεσα στους ντόπιους, όπιο (ας πσαχτούν όσοι δε βαριόνται να διαβάσουν πράγματα στο νετ για τον Πόλεμο του Οπίου, ίσως είναι ο μεγαλύτερος που έγινε ποτέ, και σίγουρα είχε τα περισσότερα λάφυρα), καμπαρέ (ένα τους λεγόταν Belamy, κι εγώ από τα νεύρα τραγουδούσα Στου Μπελαμή το Οουζερί), κι από κοντά ένα μοναστήρι… Βου Τανγκ (!), που το run ο… Καραντάιν, δηλαδή έλα μ@υνί στον τόπο σου. Ό,τι να ’ναι… Κι ένας δικτάτορας που θέλει να φτιάξει χημικά για σκοτώσει όλους τούς χωρικούς προς παραδειγματισμό.

(Παρένθεση: Οτιδήποτε σχετικό με αέρια θανάτου μού φέρνει ΦΥΣΙΚΑ στο νου το Zyclon-B, που το έφτιαξαν οι Γερμανοί για να εξοντώσουν τους Ε`βραίους, δηλαδή που το φτιάξαμε εμείς για να εξοντώσουμε τους Άλλους, δηλαδή εγώ για να εξοντώσω όποιον θέλω, ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΗ ΔΙΝΩ. Εξ ου και τα κάποια νεύρα. – Κλείνει, που λέει ο λόγος η παρένθεση).

Και δε φτάνουν αυτά. Όχι. Παίζει και η Ντάριλ Χάνα στο έργο, μια Αμερικάνα τραγουδίστρια της μέινστριμ τζαζ, που ψάχνει στην… Κίνα τον αδερφό της που είναι χημικός και πρεζάκι και γίνεται (ψιλό) γκόμενα του δικτάτορα. Τρελά γέλια όταν τής λέει (είναι ο ορισμός τού άπλα): «Θα μπορούσα να αγοράσω χίλιες γυναίκες, μα όλα τα λεφτά του κόσμου δε θα μου έφταναν για ν’ αγοράσω εσένα»! Δηλαδή ΟΥΤΕ ο Φοίβος.

Άμα λαίμαι ό,τι να ’ναι, το εννοούμε.

Και ναι, πρόκειται για το να-το-φας-εν-τω-άμα ανδροειδές (που παραήτανε γυναικοειδές) στο υπερμεγάλο έργο Blade Runner. Πολλά χρόνια περάσανε από τότε, πολλά… Κι όλα τους, ένα κι ένα. Άμα έγινε έτσι το Χάνα, εγώ είμαι πλησιόσαυρος.

Τεσπά, έχει και κάποιες σκηνές με μάχες κουνγκ-φου κι έτσι, που πιθανότατα είναι οι χειρότερες στην ιστορία του κινηματογράφου μετά απ’ αυτές σ’ εκείνες τις ελληνικές βιντεοταινίες που τώρα ξεχνάω πώς τις λένε – ας μας θυμίσει κάποιος. Ο δε Ντέιβιντ νικάει πάντα τους αντιπάλους του, πηγαίνοντας το κεφάλι μια δεξιά, μια αριστερά. Όπου και να τον χτυπάνε, εκείνος κουνάει το κεφάλι ο φουκαράς, μια δεξιά, μια αριστερά, και τους νικάει. Ακόμα και σφαίρα να του ρίξουνε. Στο στομάχι. Το κεφάλι εκείνος. Πο ρεπ @ύστη, ο έρμος δε μπορεί να περπατήσει. Καλά-καλά δε μπορεί να μιλήσει. Μιλάμε, ψευδίζει και τελείως πια, μια στιγμή λέει σε κάποιον, «Νάιθουίτ» («Ωραίο κοστούμι»), και έμεινα μ@λάκας.

Γ@μώ τα ξύλα μου.

Δεν περιγράφω άλλο.

Με πήρανε τα χρόνια.

Και η loserοσύνη,** Θε μου.

-------------------
*Στον έκτο μήνα.
** Με ένα ο, γκάιζ.


Μέιντ μπάι Γάκος

Αϊ γκιβ γιου Γάκος ιν... Shrooms (2006)


Αυτό είναι ιρλανδέζικο τώρα, και γυρισμένο όλα μέσα σ’ ένα δασάκι, που είτε είναι στην Ιρλανδία είτε στην Ασπροβάλτα ένα και το αυτό, αλλά τέλος πάντων – δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας εδώ. Το πρόβλημά μας είναι πως, ενώ έχουμε την καλυτέρα των αφορμών (μια παρέα γκαβλωμένων νεαρών, μιξτ-γκριλ, πάνε στην εξοχή να μαζέψουν και να φάνε καραψυχοτρόπα μανιτάρια για να φλάι και για να βγάλουνε τα μάτια τους και ό,τι ήθελε προκύψει: οπότε ανοίγεται πεδίον δόξης λαμπρόν για τους ντόπιους τρελούς, για τα ζώα, για κάποια υβριδικά πλάσματα, για το δάσος, για τους Άλλους, για τους ίδιους, για οποιονδήποτε: γιου νέιμ ιτ), ενώ έχουμε την καλυτέρα, δε μας κάθεται τίποτε καλά… Δυστυχώς.

Τα παιδιά ναι μεν τρέχουν πάνω-κάτω σα τρελά τσιροκοπώντας, η κάμερα καμιά φορά τούς ακολουθεί με μανία, ο μονταδόρος κάνει κάτι ψαλιδοχερίστικα γρήγορα τρικ, τα κορίτσια γίνονται μουσκίδι και κολλάν τα σέβεν απάνω τους μέσα σ’ ένα βάλτο που ξεπετάγεται άνευ άλλου λόγου από το πουθενά (ενισχύει την υποψία μου πως η εν λόγω αποτυχία δε γυρίστηκε αναγκαστικά εκεί που λέει), αλλά όλ’ αυτά είναι τόσο ανούσια και τόσο καθόλου μα καθόλου πρωτότυπα, που ακόμα και το τέλος (που αυτοί το θεωρούν περίφημο και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, σοκαριστικό ίσως), το τέλος λέμε το καταλαβαίνεις από τα πρώτα λεπτά.

Κρίμα γιατί περίμενα κάπως να τα εκμεταλλευόντουσαν τα μανιτάρια, είναι πολύ μεγάλο θέμα, κι ένα σωρό κόσμος θυμάται πώς το χειρίστηκαν, π.χ., στις Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις, οι οποίες και προτείνονται εδώ στη θέση αυτής της φτωχής παραγωγής, που πήγαινε για ευρύτερες μάζες θεατών απ’ ό,τι άλλες τού μπάτζετ της και του είδους (που πάντα στοχεύουν σ’ ένα συγκεκριμένο, υποψιασμένο και δύσκολο κοινό γυρεύοντας να το ικανοποιήσουν επεκτείνοντας –πώς αλλιώς– κατά τι τα αισθητικά του γούστα και τα φυσικά) και τι έλεγα; Α, κι ότι την πάτησαν. Ή ας ’ούμε δε τους βγήκε.

Να σημειωθεί πως είμαστε κατά της χρήσης μανιταριών (και κατά των μανιταριών εν γένει – και των πλεβρότους-πλεβρότους). Να σημειωθεί επίσης πως η βλογημένη ελληνική γη (σκύψεεε) είναι ζίγκα στη ντατούρα, πως διάφοροι στα χωριά και στα στρατόπεδα μαζεύουν και τρώνε, και πως παθαίνουν χίλιες-μύριες ζημιές πολλοί από δαύτους, πράμα διόλου βάμος αν το καλοσκεφτείς. Να σημειωθεί τέλος πως ένα από τα πλουσιότερα ιδρύματα; σωματεία; επέ; δεν ξέρω, ανά το ντουνιά, είναι αυτό μιας εκ των συζύγων τού «Καστανέδα», που κάνει μαζώξεις ΠΟΛΥ ΑΚΡΙΒΕΣ σε κάτι σαλέ σε κάτι μαλέ στις Ελβετίες και γενικώς, όπου πας και κάνεις ασκήσεις, στρέτσινγκ και γ@μωπιλάτες και τέτοια και σου διαβάζουν το Γλάρο Ιωνάθαν για να γίνεις αετός, ναγουάλ, τονάλ και οκέι. Δηλαδή αραβοσιτέλαιος.

Μάνγκες και άνιμες, ο Άρης είναι πιο ψυχεδέλεια απ’ όλους αυτούς μαζί.

Μέιντ μπαϊ Γάκος

Εντ νάου φορ σάμθινγκ κομπλίτλι ντίφρεντ

Ε… ντάξ’ δεν είναι και κομπλίτλι ντίφρεντ, αλλά αν μύτη άλλο είναι κάπως διαφορετικό… Ποιό;; σας ακούω να αναρωτάτε; Αυτό το μπλονκ που απόφασα να αρχινήσω ρα... Μην περιμένετε αποστάγματα σοφίας, ή να σας ανοίξουν οι πνευμονικοί ορίζοντες… Κανα ξύσιμο του κεφαλιού μπορεί να προκληθεί… ή κανα… "χα…" απορείας και σουρπράιζ μαζί.


Θα γράφω και θα παραθέτω ό,τι να ‘ναι… από κριτικές ταινιών (του γνωστού- αγνώστου στους εξ’απανταχού Αρειανούς, ερασιτέχνη κριτικού Kyriakos ή απλά Γάκος… και εδώ που τα λέμε αυτό θα είναι και το κλού ή αλλιώς το γκίνμικ του μπλονκ), ως και ποδοσφαιροκοινωνικοπολιτικοϊστορικά σχόλια από μένα και από άλλους έγκριτους δημοσιολάγνους…


Αυτά έτσι για να πάρετε το φιλ τούτου του μπλόνκ.


Δεν ενγνωρίζω αν το ίντερνετς ανάγκεται κι άλλο μπλόνκ που στην ουσία δεν προσφέρει τίποτις, αλλά το νιώθω ότι υπάρχει αυτή η ανάγκη. Και έτσι ωσαν άλλος σούπερ (μικρός) ήρως τρέχω για να σώσω το ίντερνετς ή μάλλον να καλύψω αυτή την ανυπαρξιακή ανάγκη του.


Ον γουίθ δε σόου…