Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Τροπική καταιγίδα (2008)

Αν ο παραπάνω τίτλος σας λέει περισσότερα από το βάρβαρο Tropic Thunder, τότες αποφέγεται να δείτε το συγκεκριμένο μούβιο...

Η γλώσσα και ο τρόπος χειρισμού της (σλάνγκς, ιδιορυθμίες προφοράς, ποπ κάλτιουρ ρεφερένσια κτλ.) είναι όλο το ζουμί της ταινίας, και η πηγή κατουριματικού γέλιου. Βέβαια και το να βλέπεις τον επιστημονολόγο Κρούζ, αγνώριστο (με την τεχνολογία του μέικ απ) να τσαλακώνει το ιμάτζιο του και να σαχλαμαρίζει οσαν σύγχρονος Εβραίος Καραγκιόζος (το φυλετικό έχει να κάνει με το μούβιο και όχι με κάποιο βαθυ κομπλέξιο που κουβαλάω με τους κατα τα άλλα συμπαθέστατους επιχειρηματίες...), έχει και αυτό το τρελό του γέλιο, αλλά η δύναμη της ταινίας είναι στον Θέουλα Ντάουνι Τζουνιορ (που μετά το Κις κις μπανγκ μπανγκ και τον Σιδεράνθρωπο, παραθέτει άλλη μια Α-Π-Ο-Λ-ΑΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ -βαρέθηκα να βάζω παύλες, αλλά η ερμηνεία του αξίζει παύλες σε όλη τη λέξη- ερμηνεία)

Για όσους δεν το γνωρίζουν ο Ντάουνι παίζει τον Αυστραλό ηθοποιό, ο οποίος μπαίνει κυριολεκτικά στο πετσί του ρόλου (χαχαχα... ... ... πως μου τη δίνουν αυτά) ενός μαύρου... ε... συγνώμη... αφροαμερικάνου λοχία, κάνοντας εγχείρηση για να αλλάξει το χρώμα του.

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα του Ντάουνι παίζοντας κάλτσες!! ο τύπος χρησιμοποιεί όλα τα κλισέ που υπάρχουν στον τρόπο συμπεριφοράς και ομιλίας για τους μαύρους, κυρίως αυτούς που υπήρχαν στις ταινίες τη δεκαετία του 70 και του 80!!! Εαν σας αρέσει ο Ντάουνι, δεν πρέπει να χάσετε αυτή την ερμηνεία.

Κατα τα λοιπά και ο Στίλερ παίζει καλά, αλλά αυτόν τον έχουμε δει αρκετές φορές σε παρόμοιο ρόλο οπότε δεν κάνει έκπληξη. τα δίνει όλα και αυτός όμως. Και ο Μπλάκ καλός είναι...

Όπως είπα στην αρχή, εαν γνωρίζετε καλά τη βαρβαρική και μπορείτε να παρακολουθήσετε διαλόγους αγνωόντας τα άσπρα γράμματα που βγαίνουν από κάτ' και θέλουν να περάσουν ως μετάφραση, τότε δείτε το οπωσδήποτε. Γέλιο... Πολύ γέλιο

Ο Γάκος σούρνεται με το σλίδερ (2006)

Ξεκινώντας, να μη το ξεχάσω: αυτά τα ντεμέκ ουίσκια που πουλάει ο ΑΒ με 6,49 έουρος μην τα πίνετε, ρε μ@λάκες, πιείτε καλύτερα αμόλυβδη, πιείτε κολόνια όπως ο κόντες ο Σολωμός (αχ πώς μοσχοβολάει ο στόμας του), πιείτε γάλα, πιείτε ό,τι θέτε αλλά όχι αυτά. Είναι κάτι φάσεις στο νιονιό μας που τα λένε συνάψεις, και οι συνάψεις δεν είναι βαμπίρια να ζούνε για πάντα, πεθαίνουν, καίγονται, χάνονται, κι άντε να τις ξαναβρείς μετά: όλα με τα σφυριά στα γόνατα και τα πηνία στην κεφάλα θα σ’ έχουνε και δε θα μπορείς να βγεις κι απ’ το σπίτι – και για γήπεδο ούτε λόγος, θα βλέπεις το Λαό και θα νιώθεις κούρκος που ξέκοψε απ’ το κοπάδι. Και την αγωγή ακόμα, με ντιλίβερι θα σ’ τη φέρνει ο σπετσέρης. Συνελόντι, μαγκίτες: καθαρά ποτά. Και γενικώς υγιεινή ζωή. Για να ’μαστε όσο πιο βάμος γίνεται (οκέι, δε γίνεται και πολύ: όσο πάει), γιατί μάς έχουμε ανάγκη.

Λοιπόν , το έργο.

Λοιπόν το έργο, αν έχεις τη γαϊδουρινή υπομονή να το πας μέχρι το ημιχρόνιο, ΤΑ ΣΠΑΕΙ. Είναι τρελό γούστο, και ο μαν που το έγραψε/παρήγαγε/σκηνοθέτησε είναι φαν του είδους και των υποειδών, καθώς έχει στο μυαλό του και ξεδιπλώνει ζγα-ζγα μια τύπου Ινβέζον ιστορία, όπου εμπλέκεται ένας πανάρχαιο εξωγήινο σιχαμερό παράσιτο που πάει σε διάφορους κατοικημένους πλανήτες και τους γ@μεί τον αδόξαστο, αφού βρίσκει στην αρχή ένα θηλυκό να του κυοφορήσει τα μωρά – κατιτί σ@ουλήκια, κάτι σα διασταύρωση γυμνοσάλιαγκα και μπαρμπουνιού που σούρνονται μεν, αλλά με τα 1.000 – αποδίδεται πάρα πολύ καλά στο έργο αυτό, και όταν τα δείχνει ένα-ένα και όταν κυνηγάνε τον κοσμάκη μπούγιο για να μπούνε στο…

Οκέι, οκέι. Και το σπόιλερ έχει τα όριά του

Νότα μπένε: Ωραία, αποκρουστική και πρωτότυπη η σκηνή με τη γιγάντια μήτρα, και πολύ αστεία ταυτόχρονα, ακόμα κι όταν σκάει και γεμίζει τον τόπο πλασματάκια. Ιδίως τότε.

(«Γιγάντια μήτρα»; Τι λέω;…)

Τα μεγέθη στο τέλος θα σας θυμίσουν ολίγη από Πίτερ «Λορντ οβ δε Ρινγκ» Tζάκσον (ξέρετε), αλλά οκέι, ώς εκεί.

Οι φαν θα γουστάρουν με τα ζόμπι-πίτσες. Οι ρέστοι, πίτσα-φαν, δεν ξέρω, δείτε την Ωραία της Ημέρας – ή κάτι τέσπα από Μπουνιέλ, που είναι ένα χιλιάρικο φορές καλύτερος απ’ αυτόν που έκανε τα χαμερπή, λίτεραρι, Σλίδερς.

Άντε, μη φορτώσω.

Καραπροτείνεται, έχει πλάκα.

Μέιντ μπαι Γάκος

Γάκος ιν Κλόβερφιλντ

Την έχετε δει, είναι η ταινία που γυρίστηκε με μονοκάμερο στο χέρι (και καλά: όλη η ουσία είναι τα ψηφιακά) κι είναι όλο τζαζεμένα πλάνα που πάνε δώθε-κείθε, σαπέρα-σαπεράθε με μανία, και που δεν.

Αλλά, και σόρρυ, μα δεν κρατιέμαι. Προηγουμένως είδα δυο λεπτά Ειδήσεις (για να μπω σιγά-σιγά στο γκορ και στο σλάπστικ), οπότε έπεσα πάνω σ’ αυτόν τον Λιάτσο που παρουσίασε ένα κομμάτι της ομιλίας του Τσίπρα, και όχι μόνο αυτό, αλλά στα καπάκια, αμέσως μόλις τελείωσε ο βίντεος με τον όμορφο Ιζνογκούντ, είπε επί λέξει (το Λιάτσο): «Και τώρα ας ακούσουμε το τραγούδι “Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται” από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου» – μά το Θεό, αυτό είπε, κι έβαλε όντως τον Παπακωνσταντίνου από το Ηρώδειο ή κάτι τέτοιο να τραγουδάει και να παριστάνει και να κονομάει, κι από κάτω ο τίτλος έγραφε με κεφαλαία: ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΡΓΙΕΣ ΠΟΥ ΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙ, οπότε δε τη μπάλεψα και πάτησα το 7, κι ο Άλφα έδειξε: (α΄) ένα πιτσιρίκι στη Σκοτία που έσωσε τη μαμά του (είχε κρίση επιληψίας) καλώντας την Αστυνομία, και μπράβο του, και το κάνανε επίτιμο… αστυνομικό, και του βάλανε κι ένα μπάτσικο καπέλο, κι ο πιτσιρίκος γέλαγε και καμάρωνε, κι όλοι δίπλα, κι όλος ο Άλφας, κι όλοι οι τηλεθεατές τού Άλφα χαιρόντουσταν και καμαρώνανε για το καπέλο και το νάζι, και ζήτω του του μικρού που φέρθηκε σα μπάτσος – δηλαδή μάς δουλεύουνε χοντρά, (β΄) ένα ρεπορτάζζζ που μας μάθαινε πως οι ξένοι στην Ελλάδα πυροβολιώνται ολημερίς και σπάνε τα πόδια ο ένας του άλλου (δε μας είπαν με ποια σειρά) και πως δεν είναι ασφαλές να περπατάς τη νύχτα στα στενά τής… Πλατείας Βάθης (sic). Έλα, ρε θηρίο! Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις, φραουλίτσα. Που περπάταγες εσύ στο κ@λοχώρι σου ασφαλές (sic) μετά τις εννέα το βράδυ, τζουτζέ. Που νομίζεις πως άλλαξε ο κόσμος επειδή έμαθες εσύ να τραβάς μ@λακία. Λελέ, ε λελέ. Τσίμπα έν’ αρκίντι, βλάχαρε. Και (γ΄), και τώρα τα πήρα με τους φασίστες, και (γ΄ λαίμαι τέλος των πάντων) έδειξε μά τον Αλλάχ τα γυρίσματα ενός τηλεπαιχνιδιού με τον… Μητσικώστα, που το λένε Φάτους (sic) Όλους. Οκέι; Και η παρουσιάστρια του Δελτίου Ειδήσεων τού είπε τού Μητσικώστα, επειδής είναι αστείος γιά, του είπε… «Καλησπερούδια»!!! Δηλαδή, το πιστεύετε, ρε σεις; Οι τύποι δεν υπάρχουν γ@μώ το μ@υνί μου. Οι τύποι είναι ληγμένοι, ρέεε. Κλείστε τους φυλακή, ρέεε.

Τα ξύλα μου.

Οκέι.

Οκέι, η ταινία. Είναι μια τύπου Γκοτζίλα, αλλά αμερικανιά ουάν χάντρεντ περσέντ, και βαρετή όπως οι σελίδες βιβλίου της Καθημερινής. Τώρα, εσείς την ξέρετε μάλλον τη φάση, εγώ όχι, οπότε τα ξέρετε κι όλ’ αυτά τα φοβερά στοιχεία που σκοπεύω να παραθέσω (περί μυστικότητος στα γυρίσματα και ξύσε μας τ’ α@χίδια), οπότε δεν τα παραθέτω.

Δε πλοτ: Τα πρώτα 20 λεπτά δε γίνεται τίποτε (αλλά τίποτε όμως), και μετά και πάλι ουσιαστικά δε γίνεται τίποτε, εκτός από συνολικά (τα μέτρησα) εννέα λεπτά της ταινίας (η οποία διαρκεί μόλις εβδομήντα – όχι ότι αντέχεται και για περισσότερο),* όπου βλέπεις κάτι ψηφιακά εφέ με αυτοκίνητα να πετιώνται και φαντάρους να πυροβολάν και καλάουα στους δρόμους τού Νιού Γιορκ (τελείως αναληθοφανές αυτό, μη γελιόμαστε), βλέπεις να γκρεμιώνται όλο τοίχοι, και βλέπεις κι ένα τέρας εκατό μέτρα μπόι (π@ύτσες μπλε ρουαγιάλ), που είναι με διαφορά στήθους (μη σας πω και κ@λου) το πιο γελοίο, το πιο άσχημο, το πιο τραγελαφικό και απαράδεκτο τέρας στην ιστορία των τεράτων και του σινεμά. Άμα δεν το δεις, δε μπορεί να σου το περιγράψει ο άλλος. Μπορώ να το ζωγραφίσω, αλλά δεν έχω τα μέσα. Ο καθένας μπορεί: είναι ανέμελο, και όποτε το βλέπεις αλλάζει σχήμα. Ό,τι θες κάνεις δηλαδή. Φρίκη και δέος, αλλά όχι για τους λόγους που περίμεναν οι παραγωγοί και λοιποί συντελεσταί.** Τέσπα, πολύ γέλιο.

Αυτά για το πλοτ (σας σώνω από το αληθινό πλοτ που έχει να κάνει με το ότι ο νεαρός και όμορφος πρωταγωνιστής πά’ να σώσει στην άλλη άκρια της Νέας Υόρκης το όμορφο γκομενάκι περνώντας κάτω απ’ τ’ @ρχιδ@α του τεράτου, δηλαδή ούτε ο Χέρκουλις).

Τώρα, το ταινιάριο είναι είπαμε γυρισμένο με σπίντα (τάχαμου το τραβάει βίντεο όλο αυτό ένας από τους πρωταγωνιστές), πράγμα που παίζει σε δύο χρόνια από τώρα να προκαλεί τρελά γέλια στους σινεφίλους και ανατριχίλα στα στούντια. Αλλά ινάουρντέιζ στα δεκαεξάρια πουλάει, οπότε το υφίσταται και ο ωραίος ο μελαχρινός ο ψηλός ο ντιβιντοθεατής. Αλλά τι να κάνεις; Άρης είσαι. Άλλα κι άλλα άντεξες.

Τώρα που είπα Άρης (και πριν που είπα «να γκρεμιώνται τοίχοι»), θυμήθηκα τον Τέλη, καθηγητή Μαθηματικών στον παλιό «Ευκλείδη» – συνάδελφος του πατέρα μου. Ο Τέλης ήταν τρελό Αρειανάκι, και με πήγαινε πολλές φορές γήπεδο όταν ήμουν μικρός (ο πατέρας μου δεν πολυπάταγε – γι’ αυτό σάς λαίμαι: δεν έχει τόσο σχέση ο γονιός, όσο οι από δίπλα και η προσωπική εμπειρία). Ήταν πολύ ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος, αν εξαιρέσεις μια άλφα τρέλα που έχουν όλοι οι μαθηματικοί, και καθ’ όλα αξιοπρεπής. Λοιπόν, όποτε έμπαινε στο γήπεδο –πάντα με ένα παλιό ωραίο κασκόλ στο λαιμό–, ή μάλλον αμέσως μόλις άρχιζε το ματς, ο Τέλης μεταμορφωνόταν: καταρχάς, και κατά κύριο λόγο, έτρεμε. Έτρεμε σα να κύλαγε ηλεκτρικό ρεύμα στις φλέβες του. Ηρεμούσε κάπως στο ημίχρονο, και ξανά μετά πάλι τα ίδια, να τρέμει και να τρέμει σα τρελός. Και ήταν ενενήντα λεπτά όρθιος. (Αυτός μου ’μαθε να λέω, «Τα μαξιλαράκια είναι για τους καλομαθημένους κ@λους»). Και φώναζε πολύ κιόλας, συμμετείχε, μπινελίκωνε, κι όλ’ αυτά. Αλλά κυρίως έτρεμε. Ένα απίστευτο θέαμα. Λες και όλες οι δονήσεις των παp@utsιών στο χόρτο ν’ αντηχούσανε στο στομάχι του. Τέλος πάντων, μετά τον αγώνα ηρεμούσε αρκετά, και ώσπου να επιστρέψουμε σπίτι ήταν πάλι ο γνωστός κύριος Τέλης.

Λοιπόν, λοιπόν, λοιπόν, ήμουν Τρίτη Γυμνασίου και σκράπας στα θετικά, και ήρθε ο Τέλης να με κάνει κάτι ιδιαίτερα, μπας και μου κόψει. Το πολέμαγε αρκετά, δεν ήταν κακός δάσκαλος, αν και μιλάγαμε περισσότερο για Άρη στο μάθημα, τεσπά κάτι κουτσοέμαθα, και πλησίαζαν οι εξετάζεις ή κάτι τέτοιο, όταν μέσα στο σαλόνι στο σπίτι μου όπου κάναμε το φροντιστήριο άρχισαν όλα να πηγαίνουν δεξιά αριστερά και ταυτόχρονα επάνω κάτω, και μαζί να πέφτουν διάφορα πράγματα με θόρυβο στο πάτωμα και ν’ ακούγονται τσιρίδες από τη γειτονιά, οπότε (ναι, ρα) εγώ έτρεξα κι έπιασα τη βιβλιοθήκη που έπεφτε για να μην πλακώσει τη μάνα μου και την ξανάβαλα πίσω (ναι λαίμαιαιαι), και ο Τέλης – ο Τέλης άρχισε να τρέμει. Όπως ακριβώς στο Χαριλάου. Ακριβώς όμως. Κράτησε δέκα-είκοσι δευτερόλεπτα αυτό (αλλά μπορεί και λιγότερα), κι έπειτα έδωσε μία κι εξαφανίστηκε από το σπίτι. Σκέφτηκε τους δικούς του, υποθέτω, κι έτρεξε να δει πώς ήταν. Ο σεισμός λες και κρατούσε ακόμα. Ήτανε το ’79.

Τον θυμήθηκα στο άσχετο προχθές απάνω στη Σαλονίκη με τον κ@λοβάζελο, και τον θυμήθηκα και τώρα με τους «σεισμούς» στο υπερφίαλο αυτό ταινιόνι. Ο κύριος Τέλης.

Ο πατέρας μου μου είπε πριν τρία ή τέσσερα χρόνια πως τον θάψανε μ’ εκείνο εκεί το κασκόλ.


* * *


Εις μνήμην του Αρειανού κύριου Τέλη, που έτρεμε με ΟΛΟΥΣ τους σεισμούς: ΚΑΙ με τον Εγκέλαδο ΚΑΙ με τον Άρη, θα πιω το επόμενο ποτήρι Χεγκ.

Γειασάν, δάσκαλε.

Σ’ ευχαριστώ, ρα.

(Κι όχι για τα Μαθηματικά).







---------------
* Γενικά οι ταινίες-κονσέρβα «πρέπει» να διαρκούν ενενήντα λεπτά και να διαιρούνται σε τρία ίσα μέρη, με δύο τέρνινγκ πόιντς, κρίσιμες καμπές, απ’ ανάμεσό τους. Αλλά οκέι.
** Κατά το «παίκται».


Μέιντ μπαι Γάκος

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Κάτι τρελαμένα παλικάρια - επανέκδοση

Αυτό είναι ένα από τα λιγοστά ποστς που είχα κάνει στο αξιότιμο μπλόνκ http://thinktank-provolone.blogspot.com τον Μάιο του 2007, και επειδή μου άρεσε και ήθελα να υπάρχει και στο δικό μου μπλόνκ είπα να το βάλω και εδώ. Αυτό ανήκει στα αθλητικοπολιτικοκοινονικοιστορικά θέματα που ανέφερα στην αρχή...

Γεια σας και πάλι από τη ΛΔΘ (όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν) [σ.σ. για τους υπόλοιπους Λαϊκή Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης... ναι ναι ζητάμε την ανεξαρτητοποίησή μας...]. Μετά από καιρό απουσίας επιστρέφω για να παραθέσω ένα προβληματισμό. Μια παρατήρηση αν θέλετε.

Χθες βρέθηκα στο κατάμεστο Αλεξάνδρειο, και παρακολούθησα την Αριανάρα της καρδιά μας (όλων μας έτσι… δεν πιστεύω να έχει κανείς πρόβλημα με αυτό;) να πραγματοποιεί μια εξαιρετική εμφάνιση και να ξεπλένει την ντροπιαστική απόδοση που είχαν στο δεύτερο παιχνίδι των ημιτελικών. Το θέαμα ήταν ωραίο, η ατμόσφαιρα φοβερή, οι διαιτητές έπαιξαν τον καθιερωμένο ρόλο τους (αυτό του villain της ιστορίας)… και είχαμε και happy end. Όλα καλά δηλαδή.

Στο ημίχρονο με αφορμή την εμφάνιση των cheerleaders, άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις. Κυριότερα το πόσο αλλόκοτο φαινόταν όλο αυτό το σκηνικό. Η μουσική έπαιζε δυνατά ένα techno-beat, τα κορίτσια χορεύανε, η κερκίδα όμως… το χαβά της. Συνθήματα όλο το γήπεδο μαζί, τόσο δυνατά που η μουσική από τα μεγάφωνα έμοιαζε με παράσιτα. Και υποτίθεται ότι οι μαζορέτες τραβάνε περισσότερο τον αντρικό πλυθισμό. Κι όμως εκείνη τη στιγμή πάω στοίχημα ότι αν κάποιος ρωτούσε όλους τους οπαδούς μέσα στο Παλέ, θα έπαιρνε απάντηση του στυλ «τι μαζορέτες και παπ*$ιές ρε… δεν είναι για τέτοια εδώ… Άρης ρε!»

Ο ξάδερφός μου, που καθόταν δίπλα με ρωτάει πολύ εύστοχα: «Ρε συ… φαντάζεσαι πώς θα φαίνεται όλο αυτό το σκηνικό στους Αμερικάνους παίχτες, που έχουν μεγαλώσει με το NBA;;» Όντως… εκεί το μπάσκετ είναι show, με φωτορυθμικά, δυνατή μουσική, events πριν και μετά το ματς και ένα στάδιο γεμάτο με ανθρώπους που κάθονται ήσυχοι στα καρεκλάκια τους και απλά χειροκροτούν. Εκεί καταλαβαίνεις που κολλάνε οι cheerleaders. Εδώ όμως;;

Εκεί ο κόσμος πάει στο γήπεδο για να απολαύσει θέαμα. Πληρώνει αδρά, αλλά το θέαμα το απολαμβάνει (τουλάχιστον έτσι πιστεύει). Δεν μπορώ να φανταστώ π.χ. να γίνει ραδιοφωνική εκπομπή στην Αμερική όπου θα ακούγονται οι φράσεις «Την Κυριακή… *παύση* … όλοι μας… *παύση* … οφείλουμε να είμαστε στο Παλέ *με στόμφο*!! Δεν υπάρχει δικαιολογία! Καναπεδάκιδες… *παύση* … όλοι μας πρέπει να δώσουμε βροντερό παρόν… να βοηθήσουμε την ομάδα!!»

Ο οπαδός (ο φανατικός – όχι αναγκαστικά με την κακή έννοια-) εδώ το αισθάνεται ως υποχρέωση/ανάγκη να πάει στο γήπεδο να βοηθήσει την ομάδα του να πετύχει το σκοπό (δηλ. τη νίκη). Η πελατειακή σχέση που υπάρχει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με τις αθλητικές ομάδες, εδώ κατακρίνεται.

Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η σύγχυση; Η ομάδα υπάρχει για να προσφέρει θέαμα στον οπαδό, ή ο οπαδός υπάρχει για να στηρίζει την ομάδα; Σίγουρα το πρώτο είναι και το πιο νορμαλ, γιατί έτσι και αλλιώς αυτός είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης των ομάδων. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και η ομάδα χωρίς τους οπαδούς της δεν μπορεί να υφίσταται (για πολύ καιρό). Στην Ελλάδα λοιπόν που ο κόσμος έχει την τάση να αδιαφορεί εύκολα για τον αθλητισμό (το ποδόσφαιρό θεωρείται από τις αγαπημένες ασχολίες των Ελλήνων, αλλά μόνο θεωρητικά, καθώς τα εισιτήρια κάθε αγωνιστική είναι τραγελαφικά) οι λίγοι που είναι πραγματικά παθιασμένοι με την ομάδα τους είναι λογικό να αποκτούν μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο να ακολουθούν την ομάδα. Σε αυτό προσθέστε και το γεγονός ότι για πολλά από αυτά τα παιδιά το οπαδιλίκι είναι μια διέξοδος (ένας τρόπος ζωής), ώστε να αισθανθούν και αυτά ότι κάνουν κάτι σημαντικό, ότι ανήκουν κάπου.

Όλα αυτά πολλαπλασιάζονται σε ισχύ από τον παράγοντα χ, ο οποίος είναι η ανάγκη του Έλληνα να πρωταγωνιστεί. «Δεν θέλουμε ρε γαμώτο να είμαστε σαν τα Αμερικανάκια που απλά παρακολουθούν έναν αγώνα αμέτοχοι!» Εμείς θέλουμε να είμαστε μέρος του αγώνα! Να πρωταγωνιστούμε! Εξάλλου πόσοι μπορούν να πουν ότι διαβάζουν για τους εαυτούς τους κάθε Δευτέρα στις εφημερίδες; Όταν ο οπαδός πάει και διαβάζει για το πόσο εκπληκτικός ήταν ο λαός στο τάδε γήπεδο την Κυριακή, ξέρει ότι αναφέρονται σε αυτόν. Ξέρει ότι αυτό το «μεγαλείο» είναι και δικό του.

Απόδειξη όλων αυτών είναι οι τύποι που κάθονται μπροστά, μπροστά στη θύρα των «φανατικών», που οργανώνουν και παρακινούν τους υπόλοιπους. Κοιτούσα κάτι τέτοια παιδιά στον αγώνα χθες να κουνάνε χέρια σαν μαέστροι μιας τρελαμένης χορωδίας. Και φυσικά δεν πρέπει να είδαν πάνω από 5 λεπτά του αγώνα. Τους κοιτούσα και απορούσα «Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι υγιές;» Απάντηση φυσικά και δεν μπορώ να δώσω. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι αυτό που κάνανε πραγματικά το πίστευαν ότι είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν στη ζωή τους. Η ιδέα με στενοχωρούσε. Αυτούς όμως ίσως και να τους γέμιζε περισσότερο από όσο μπορούσα να φανταστώ. «Μέσα στην καρδιά μου έχω τον Θεό. Άρη οεο!!»

Και το τελευταίο του Γάκου για σήμερα Ong Bak

Ται. Νι. Ου. Κλα.

Δεν υπάρχει λαίμαι το έργο. Τέλος. Οι τύποι που το κάνανε, άμα και είχανε φράγκα (γιατί το κάνανε ΤΖΑΜΠΑΝΤΑΝ ΤΖΑΜΠΑ), θα γυρίζανε το Από τη Γη στη Σελήνη σε φυσικούς χώρους. Τέλος.

Δε μιλάμε απλώς για Μουάι Τάι εδώ (που γ@μεί – και δέρνει), μιλάμε για ένα νόνστοπ ρεσιτάλ από πανδύσκολα σταντ που τα εκτελούν οι ίδιοι οι ηθοποιοί, χωρίς σωσίες, χωρίς κασκαντέρ, χωρίς δίχτυα, χωρίς ψηφιακά αρκίντια, χωρίς τύχη, χωρίς μέσα για να τους προστατέψουν, χωρίς τίποτα. Έτσι από φιλότιμο κι από μαγκιά, τρελά Αρειανάκια. ΄

Όσο για τον πρωταγωνιστή, ό,τι και να πω εγώ ωχριά μπροστά στις ικανότητές του, μπροστά στην τρέλα του, μπροστά στην καρδιά του να εκτελεί σταντ που δεν έχουν ξαναγίνει, απλά, ποτέ. Τον λένε Tony Jaa.

Η σκηνοθεσία είναι πιωμένη, τρέχει από πίσω του και τον παρακολουθεί με τρέλα, ρίχνει πάνω του δέκα τρίκυκλα ταξιά τής Μπανγκόκ έτσι για πλάκα, και τον βυθίζει σ’ ένα πέλαγο δεινά – σόρρυ, αλλά η ταινία έχει κάτι από Σαίξπηρ, και φυσικά δεν κάνω πλάκα.

Τι να πούμε άλλο; Την ψάχναμε καιρό, δόξα τω Γιαραμπή τη βρήκαμε. Αν σας αρέσουν οι πολεμικές τέχνες, δείτε τη. Αν σας αρέσουν πολύ οι ταινίες με πολεμικές τέχνες, πάτε τώρα να την πάρετε, και κόψτε τη να την έχετε για διά βίου εκπαίδευση.

Ταϊλάνδη ρουλς, και καλά κάνει.

Ζήτω ο άνθρωπος Βούδας.

Ζήτω!

Ζήτω η Επανάσταση.

Ζήτω!

Να πω μονάχα τώρα που το θυμήθηκα πως και οι ίδιοι οι τύποι που το γυρίσανε ξέρουν πότε κάνουν κάτι παραπάνω από πέρα για πέρα γουάου και το δείχνουν δυο και τρεις φορές απανωτά, ή σε σλόου, για να γουστάρουμε κι άλλο.

Είναι θεότητες.

Ρισπέχ.

Αν βλέπατε τις σκηνές μάχης σε Μάτριξ, Κιλμπίλ και τέτοια αφού πρώτα είχατε δει αυτό, θα νομίζατε πως σας κάνουνε πλάκα.

Ξαναξεκινάω σήμερα προπονήσεις (κι όμως είναι σύμπτωσα), και δεν είμαι καλά.

Μέιντ μπάι Γάκος

Ομίχλη το μέλλον μας...

Θα παρακάμψω για λίγο τις κριτικές του Γάκου, για να γράψω μια πιο μέινστριμ...

Λαιπόν... είδα τις προάλλες μια ταινία που λεγόταν η ομίχλη... όχι δεν ήταν η Β μουβι που βγήκε το 2005 με τα τινέιτζερ να τρέχουν πέρα δόθε σαν τζαζλά, ούτε αυτή του παλαβού Κάρπεντερ... ήταν η μιστ και όχι η φογκ.

Τεσπα... την έκανε ο Νταραμπόντης που έκανε και τη φυλακή με τον άλλον που βγαίνει από τα σκ@τ@ και πεφτει στις λάσπες αλα πλατούν με τα χέρια στην ανάταση (δεν ακούγεται και σόι αλλά λέει πολύ το ταινιάκι.)

Είναι λέει ένα κ@λοχώρι όπου σκάει ξάφνου μια ομιχλάρα και καλύπτει τα πάντα. Αν και όλο το μέρος γίνεται σαν την Εθνική Σαλονίκη-Σέρρας τον Φεβρουάριο (εκεί πάνω στα βουνα που πιάνουν καλά τα σύνεφα) και η ορατότητα είναι υπό του μηδενός (δηλαδή βλέπεις προς τα μέσα από τα μάτια σου μόνο και καθόλου προς τα έξω), εμας μας ενδιαφέρουν μόνο κάτι καημένοι που κλειστήκανε σε υπερμαρκέτιο (καπιταλισμός δυτικός κόσμος κατανάλωση και τα σχετικά...).

Εκει μέσα που λέτε έχει κάθε καρυδιάς καρύδι (οσάν την κοινωνία μας) και κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Χωρίζονται και σε ομάδες (ρε μπας και θέλει να πει κάτι η ταινία με αυτές τις ομοιότητες) η οποίες βεβαίως βεβαίως έχουν διάφορες απόψεις για το τί είναι αυτό το πράγμα και τί πρέπει να κάνουνε.

Στο μεταξύ σκάνε κατα διαστήματα κάθε λογής τερατάκια από όλες τις ταινίες τρόμου που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Δεν κάνω πλάκα... τις παναγιάς τα μάτια έχει αυτή η ομίχλη... κάτι σαν τεράστια κιντερ έκπληξη, μόνο που δεν την τρώς... σε τρώνε αυτά που βγαίνουν... χμμμ ενδιαφέρον τουιστ.

Δεν θέλω να σας χαλάσω το τέλος.... αλλά και να μην σας το χαλάσω θα σας χαλάσει... Ως ένα σημείο καταλάβαινα που το πήγαινε ο ποιητής (με αυτούς τους συμβολισμούς που λέγαμε) αλλά στο τέλος μου βγαίνει αριστερά απότομα σε στροφή χωρίς φλας... και με ομίχλη... δηλαδή... γ@μ@ τα! Και εκεί δηλαδή που πιστεύω ότι είναι βαθύ το νόημα και κάτι πάει να κάνει, μου το ξεφτυλίζει στο τέλος και καταλίγω στο συμπέρασμα ότι πήρε κάτι πολύ λιγμένο πρίν την ταινία (καμια από εκείνες τις κονσέρβες με τα φασολάκια και τη σάλτσα, αλλά σαν αυτά που παίρνουν στο στρατό... αν είχε και ζβαν του 40 μαζί του... λογικό το αποτέλεσμα)

Με εκνεύρισε και του βάζω ένα Χ του παλιο... άντε μη βρίσω...

Γάκος ιν Καραντάιν νοστάλτζια Kung Fu killer (2008)

Τι να πω τώρα γι’ αυτό το έργο; Τι να πω δηλαδή για τον έρμο τον Ντέιβιντ Καραντάιν; Που τον έχω κόνισμα από τότε που τα ’φερε έτσι η π@υτάνα η ζωή και χάσαμε τον Μπρους και πήρε αυτός το ρόλο στο Κουνγκ Φου; Δηλαδή όντως τώρα τι να πεις; Το Κουνγκ Φου είναι Η επίπτωσα από τα σίριαλ τού τότε, κι όχι μόνο για μένα που ’χε πέσει η μάνα μου από τις σκάλες.* Θυμόμαστε όλοι από το πώς πάταγε το ρυζόχαρτο ή πώς έπιανε με τους πήχεις το θεόκαυτο μαγκάλι, μέχρι τα άσπρα μάτια του δασκάλου του και τη μουσική που έπαιζε στα γράμματα. (Ρωτήστε τον 78…) [σ.σ. - εγώ είμαι αυτός... ο 78]

Πολλά χρόνια περάσανε από τότε, πολλά… Κι όλα τους, ένα κι ένα. Να’ναι καλά κι ο Ταραντίνο δηλαδή που τον νεκρανάστησε μετά από ένα κομποσχοίνι αποτυχιών, που έφεραν το αποτέλεσμα να παίζει τώρα ο μέγας Καραντάιν σ’ αυτό το αίσχος.

Λίγα Λόγια την Ταινία: Σαγκάη και περίχωρα αυτής, κατά το ’30-τόσο (πριν τους Ιάπωνες, επί Κουόμιντανγκ, το Εθνικιστικό Κόμμα, για τους Ζούνιορ, που αποσχίστηκε από το Κομ@υνιστικό και με το στρατό προσπαθούσε να πάρει την εξουσία), Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικάνοι ανάμεσα στους ντόπιους, όπιο (ας πσαχτούν όσοι δε βαριόνται να διαβάσουν πράγματα στο νετ για τον Πόλεμο του Οπίου, ίσως είναι ο μεγαλύτερος που έγινε ποτέ, και σίγουρα είχε τα περισσότερα λάφυρα), καμπαρέ (ένα τους λεγόταν Belamy, κι εγώ από τα νεύρα τραγουδούσα Στου Μπελαμή το Οουζερί), κι από κοντά ένα μοναστήρι… Βου Τανγκ (!), που το run ο… Καραντάιν, δηλαδή έλα μ@υνί στον τόπο σου. Ό,τι να ’ναι… Κι ένας δικτάτορας που θέλει να φτιάξει χημικά για σκοτώσει όλους τούς χωρικούς προς παραδειγματισμό.

(Παρένθεση: Οτιδήποτε σχετικό με αέρια θανάτου μού φέρνει ΦΥΣΙΚΑ στο νου το Zyclon-B, που το έφτιαξαν οι Γερμανοί για να εξοντώσουν τους Ε`βραίους, δηλαδή που το φτιάξαμε εμείς για να εξοντώσουμε τους Άλλους, δηλαδή εγώ για να εξοντώσω όποιον θέλω, ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΗ ΔΙΝΩ. Εξ ου και τα κάποια νεύρα. – Κλείνει, που λέει ο λόγος η παρένθεση).

Και δε φτάνουν αυτά. Όχι. Παίζει και η Ντάριλ Χάνα στο έργο, μια Αμερικάνα τραγουδίστρια της μέινστριμ τζαζ, που ψάχνει στην… Κίνα τον αδερφό της που είναι χημικός και πρεζάκι και γίνεται (ψιλό) γκόμενα του δικτάτορα. Τρελά γέλια όταν τής λέει (είναι ο ορισμός τού άπλα): «Θα μπορούσα να αγοράσω χίλιες γυναίκες, μα όλα τα λεφτά του κόσμου δε θα μου έφταναν για ν’ αγοράσω εσένα»! Δηλαδή ΟΥΤΕ ο Φοίβος.

Άμα λαίμαι ό,τι να ’ναι, το εννοούμε.

Και ναι, πρόκειται για το να-το-φας-εν-τω-άμα ανδροειδές (που παραήτανε γυναικοειδές) στο υπερμεγάλο έργο Blade Runner. Πολλά χρόνια περάσανε από τότε, πολλά… Κι όλα τους, ένα κι ένα. Άμα έγινε έτσι το Χάνα, εγώ είμαι πλησιόσαυρος.

Τεσπά, έχει και κάποιες σκηνές με μάχες κουνγκ-φου κι έτσι, που πιθανότατα είναι οι χειρότερες στην ιστορία του κινηματογράφου μετά απ’ αυτές σ’ εκείνες τις ελληνικές βιντεοταινίες που τώρα ξεχνάω πώς τις λένε – ας μας θυμίσει κάποιος. Ο δε Ντέιβιντ νικάει πάντα τους αντιπάλους του, πηγαίνοντας το κεφάλι μια δεξιά, μια αριστερά. Όπου και να τον χτυπάνε, εκείνος κουνάει το κεφάλι ο φουκαράς, μια δεξιά, μια αριστερά, και τους νικάει. Ακόμα και σφαίρα να του ρίξουνε. Στο στομάχι. Το κεφάλι εκείνος. Πο ρεπ @ύστη, ο έρμος δε μπορεί να περπατήσει. Καλά-καλά δε μπορεί να μιλήσει. Μιλάμε, ψευδίζει και τελείως πια, μια στιγμή λέει σε κάποιον, «Νάιθουίτ» («Ωραίο κοστούμι»), και έμεινα μ@λάκας.

Γ@μώ τα ξύλα μου.

Δεν περιγράφω άλλο.

Με πήρανε τα χρόνια.

Και η loserοσύνη,** Θε μου.

-------------------
*Στον έκτο μήνα.
** Με ένα ο, γκάιζ.


Μέιντ μπάι Γάκος

Αϊ γκιβ γιου Γάκος ιν... Shrooms (2006)


Αυτό είναι ιρλανδέζικο τώρα, και γυρισμένο όλα μέσα σ’ ένα δασάκι, που είτε είναι στην Ιρλανδία είτε στην Ασπροβάλτα ένα και το αυτό, αλλά τέλος πάντων – δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας εδώ. Το πρόβλημά μας είναι πως, ενώ έχουμε την καλυτέρα των αφορμών (μια παρέα γκαβλωμένων νεαρών, μιξτ-γκριλ, πάνε στην εξοχή να μαζέψουν και να φάνε καραψυχοτρόπα μανιτάρια για να φλάι και για να βγάλουνε τα μάτια τους και ό,τι ήθελε προκύψει: οπότε ανοίγεται πεδίον δόξης λαμπρόν για τους ντόπιους τρελούς, για τα ζώα, για κάποια υβριδικά πλάσματα, για το δάσος, για τους Άλλους, για τους ίδιους, για οποιονδήποτε: γιου νέιμ ιτ), ενώ έχουμε την καλυτέρα, δε μας κάθεται τίποτε καλά… Δυστυχώς.

Τα παιδιά ναι μεν τρέχουν πάνω-κάτω σα τρελά τσιροκοπώντας, η κάμερα καμιά φορά τούς ακολουθεί με μανία, ο μονταδόρος κάνει κάτι ψαλιδοχερίστικα γρήγορα τρικ, τα κορίτσια γίνονται μουσκίδι και κολλάν τα σέβεν απάνω τους μέσα σ’ ένα βάλτο που ξεπετάγεται άνευ άλλου λόγου από το πουθενά (ενισχύει την υποψία μου πως η εν λόγω αποτυχία δε γυρίστηκε αναγκαστικά εκεί που λέει), αλλά όλ’ αυτά είναι τόσο ανούσια και τόσο καθόλου μα καθόλου πρωτότυπα, που ακόμα και το τέλος (που αυτοί το θεωρούν περίφημο και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, σοκαριστικό ίσως), το τέλος λέμε το καταλαβαίνεις από τα πρώτα λεπτά.

Κρίμα γιατί περίμενα κάπως να τα εκμεταλλευόντουσαν τα μανιτάρια, είναι πολύ μεγάλο θέμα, κι ένα σωρό κόσμος θυμάται πώς το χειρίστηκαν, π.χ., στις Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις, οι οποίες και προτείνονται εδώ στη θέση αυτής της φτωχής παραγωγής, που πήγαινε για ευρύτερες μάζες θεατών απ’ ό,τι άλλες τού μπάτζετ της και του είδους (που πάντα στοχεύουν σ’ ένα συγκεκριμένο, υποψιασμένο και δύσκολο κοινό γυρεύοντας να το ικανοποιήσουν επεκτείνοντας –πώς αλλιώς– κατά τι τα αισθητικά του γούστα και τα φυσικά) και τι έλεγα; Α, κι ότι την πάτησαν. Ή ας ’ούμε δε τους βγήκε.

Να σημειωθεί πως είμαστε κατά της χρήσης μανιταριών (και κατά των μανιταριών εν γένει – και των πλεβρότους-πλεβρότους). Να σημειωθεί επίσης πως η βλογημένη ελληνική γη (σκύψεεε) είναι ζίγκα στη ντατούρα, πως διάφοροι στα χωριά και στα στρατόπεδα μαζεύουν και τρώνε, και πως παθαίνουν χίλιες-μύριες ζημιές πολλοί από δαύτους, πράμα διόλου βάμος αν το καλοσκεφτείς. Να σημειωθεί τέλος πως ένα από τα πλουσιότερα ιδρύματα; σωματεία; επέ; δεν ξέρω, ανά το ντουνιά, είναι αυτό μιας εκ των συζύγων τού «Καστανέδα», που κάνει μαζώξεις ΠΟΛΥ ΑΚΡΙΒΕΣ σε κάτι σαλέ σε κάτι μαλέ στις Ελβετίες και γενικώς, όπου πας και κάνεις ασκήσεις, στρέτσινγκ και γ@μωπιλάτες και τέτοια και σου διαβάζουν το Γλάρο Ιωνάθαν για να γίνεις αετός, ναγουάλ, τονάλ και οκέι. Δηλαδή αραβοσιτέλαιος.

Μάνγκες και άνιμες, ο Άρης είναι πιο ψυχεδέλεια απ’ όλους αυτούς μαζί.

Μέιντ μπαϊ Γάκος

Εντ νάου φορ σάμθινγκ κομπλίτλι ντίφρεντ

Ε… ντάξ’ δεν είναι και κομπλίτλι ντίφρεντ, αλλά αν μύτη άλλο είναι κάπως διαφορετικό… Ποιό;; σας ακούω να αναρωτάτε; Αυτό το μπλονκ που απόφασα να αρχινήσω ρα... Μην περιμένετε αποστάγματα σοφίας, ή να σας ανοίξουν οι πνευμονικοί ορίζοντες… Κανα ξύσιμο του κεφαλιού μπορεί να προκληθεί… ή κανα… "χα…" απορείας και σουρπράιζ μαζί.


Θα γράφω και θα παραθέτω ό,τι να ‘ναι… από κριτικές ταινιών (του γνωστού- αγνώστου στους εξ’απανταχού Αρειανούς, ερασιτέχνη κριτικού Kyriakos ή απλά Γάκος… και εδώ που τα λέμε αυτό θα είναι και το κλού ή αλλιώς το γκίνμικ του μπλονκ), ως και ποδοσφαιροκοινωνικοπολιτικοϊστορικά σχόλια από μένα και από άλλους έγκριτους δημοσιολάγνους…


Αυτά έτσι για να πάρετε το φιλ τούτου του μπλόνκ.


Δεν ενγνωρίζω αν το ίντερνετς ανάγκεται κι άλλο μπλόνκ που στην ουσία δεν προσφέρει τίποτις, αλλά το νιώθω ότι υπάρχει αυτή η ανάγκη. Και έτσι ωσαν άλλος σούπερ (μικρός) ήρως τρέχω για να σώσω το ίντερνετς ή μάλλον να καλύψω αυτή την ανυπαρξιακή ανάγκη του.


Ον γουίθ δε σόου…