Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος τρώει μιξντ χορορ γκριλ

Death Tunnel

Μη τη δείτε, λουστείτε. Το’χουνε φκιάξει κάτι αδέρφια με πολλά ψυχολογικά και μπόλικο ταλέντο στο να μην αξιοποιούν την καλούτσικη παραγωγή: και καλά χτίστηκε ένας μεγάλος χώρος, ντεμέκ παλιό σανατόριο όπου ένας ντοτόρος ψυχάκι έφαγε… 63.000 νοματαίους πριν 70-κάτι χρόνια. Βαρεμάρα, ανία, βλακεία. Άσε καλύτερα.

Οι μέρες της Κόλασης (Days of Darkness)

Α, δεν ’ν’ κακό αυτό. Ζόμπια που τους κάνουν αυτοψία και… γεννάνε κάτι παρτσακλά πλάσματα (εξωγήινα κι έτσι), ζόμπια-γκέι, παίζει και μια μπίλντερ γκόμενα (καλό μάχιο), καλά περνάς κι εσύ. Αλλά εντέλει είναι λίγο. Το τζερν έχει πολύ ψωμί ακόμα, μη το ξεχνάνε. Περιμένουμε το φούρναρη. Και επιτέλους ένα φιλμ όπου τα ζόμπι θα μιλάνε και θα επικοινωνούν κανονικά μεταξύ τους (σαν πρώτο βήμα) και με τα μας για πιο γούστο. Αλλά οκέι, είναι νωρίς ακόμα. Δείτε το.

Dead Meat

Το λοιπόν, είναι η δεύτερη ταινία τρόμου από το Νησί (τούτη δω είναι ιρλανδέζικια) που κάνει θέμα τις τρελές αγελάδες και την επίπτωσά τους στο… περιβάλλον. Στενοχωριέσαι που τη βλέπεις ως Έλλην γιατί είναι τζάμπα η ταινία, πολύ χαμηλού μπάτζετ, αλλά είναι ταινία. Και τα έχει όλα (όσα μπορεί, τέλος πάντων). Εμείς… Οκέι, το μυθιστόρημα και ο κίνφος θέλουνε παλιά αστική τάξη, εμείς είμαστε ακόμα σε φάση φεουδαρχίας. Χαιρετήματα… We’re all dead meat now, anyway… Ένιγουέι, ο σεναρίστας έχει κέφια και οπλίζει με αγνά υλικά τούς ήρωες – κλαριά δέντρων, φουρκέτες, καρφιά… ό,τι βρεθεί, ρε αδερφέ.

Fear Itself: Dark Memories (2006)

Ένα φιλμ που αν βαριέσαι και κάνεις το λάθος και το δεις, παίζει άνετα να πεθάνεις στον καναπέ. Δεν υπάρχει τέτοιο έργο, μακράαααααν το πιο ανούσιο που έχω δει φέτο. Δείτε την Παπαρίζου καλύτερα σε κάνα παρακάναλο να μιμείται τη Τζέι Λο.

Επόμενη στάση: Ο Θάνατος (Rest Stop: Dead Ahead, 2006)

Δε θα σας ξετρελάνει, αλλά οκέι, δίνει κάποια πράγματα: η σκηνή με το δάχτυλο και η άλλη με τη γλώσσα, συν το αμπγιούζ τού μπάτσου τ’ αξίζουν τα λεφτά τους. Κατά τα άλλα, παίζει μία άκρως εκνευριστική γκόμενα, που δόξα τω Θεώ (μπαμ-μπαμ σπόιλερ) ψοφάει στο τέλος. Ένα κάποιο γλέντι το έχει η ταινιούλα. Αυτά.

Ανθρωποφάγοι (Welcome to the Jungle, 2007)

Μολονότι είμαστε (βάζω και τον 78 μέσα) τρελοί φαν τού Cannibal Holocaust, το εργάκι αυτό είναι μια χαρά. Φαντάζει λίγο ανολοκήρωτο ίσως (όλοι τεμαχίζονται πολύ γρήγορα…), αλλά είναι περιποιημένο. Καμερούλα στον ώμο (ωραία το περνάνε αυτό, με μπόλικη αληθοφάνεια), νεύρο, η μελαχρινή βέρι γκουντ, οι Νεαγουινέοι ωραιότατοι, ο Ρόκεφέλερ τα σπάει. Δείτε το.

Μέιντ μπαι Γάκος

Ο Γακος ακούει τον 78 και κάνει έρωτα στο VS (200)


Εντάξει, από τις πιο βάμος ταινίες που έχω δει ποτέ. Ντελιριο, τρέλα, σοβαρότη μηδέν, σκηνές μάχης που θα τις απολαύσεις καλύτερα τη δεύτερη ή την τρίτη φορά. Θα σας κρεμάσουν τα σαγόνια.

Τι να λαίμαι;

Το φιλμέτο τα σπάει.

Έχει το εξής τρελό χαρακτηριστικό: τα ψυχάκια που το γυρίσανε έχουνε δει τα πάντα, έχουνε αντιγράψει τα κοάλα, κι όμως φαίνεται πως δεν υπακούουν σε τ-ί-π-ο-τ-α. Είναι δικό τους το είδος, είναι το τζενρ Versus, τέλος. Νιώθεις πως τέτοια πράγματα δεν έχουν ξαναματαειπωθεί, και έτσι είναι! Καταπληκτικό. Και δεν είναι δύσκολο: θέλει όμως να έχεις απαρνηθεί διάφορα, και να μη σε κυνηγάει ο στούντιος. Ε, αυτούς δεν τους κυνηγάει κανείς, κι έχουν απαρνηθεί τα πάντα, με γενναιότητα σαμουραΐστικη.

Όλα είναι εκεί (αλλά πρωτοφανέρωτα): ο ασιατικός τρόμος, ο Δυτικός τρόμος, οι ταινίες «μαγικού κουνγκφού» του ’70 (αχ!…), ο Ταραντίνος, το Μάτριξ, ο Λεόνε ΠΡΩΤΟΣ-ΠΡΩΤΟΣ, ο Μπάρτον, ο πρώιμος Ράιμι, το γκορ σε όλο το φωτεινό του μεγαλείο, ο Ρομέρο, τού τότε, ο Μελ Μπρουκς (το γέλιο στην ταινία πάει σύννεφο, αλλά σ’ το κόβουν με την κατάνα ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΤΟΥΣ).

Καραρισπέχ.

78, να ’σαι καλά, ρα. Μ’ έφκιαξες.

Και φυσικά έχεις δίκιο: το vs δεν παίρνει στιγμή στα σοβαρά την πάρτη του. Οι τύποι έχουν πιει σάκε με μανιτάρια μέσα, δεν εξηγείται διαφορετικά.

Μέιντ μπαι Γάκος

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος κάνει παρέα με τον Ότις (2008)

Μ@λάκες, αν έχετε έστω και λίγη διαταραχούλα, μια στάλα δηλαδή, ένα ψέμα πώς το λαίναι, δείτε την ταινία, καλό θα σας κάνει. (Αν και δεν ξέρω τι στον π@ύτσο είναι καλό – μη σας πάρω και στο λαιμό μου, γιατί δεν έχω και λίγα κρίματα ίσαμε δω).

Τέσπα, ο τυπάς που μοιράζει στις ωραίες τις μαύρες τις σακούλες τις ωραίες τις λευκές άνηβες είναι γκαγκά από δω ώς το Ιρκούτσκ, αλλά οι άλλοι που παίζουνε του ρίχνουνε ΧΑΛΑΡΑ σε φρενοβλάβεια. Αλλά ΧΑ-ΛΑ-ΡΑ σε λαίο. Δέι χάπι φιου.

Πλοτ: Το πιτσοπαίδι (δυο μέτρα, πολλά κιλά, ντιπ ληγμένος) γουστάρει, ρε γκαρντάση, να ζήσει ένα αποφοιτητικό όνειρο με την Κιμ, δηλαδή, ήμαρτον, ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙ, αλλά οι σλατς (όλες οι σλατς λέγονται Κιμ στο μυαλό του) δεν του κάθουνται, ή (για να το θέσω αλλέως) δεν παίζουν το παιχνίδι: μ@λακία τους), οπότε πιάνει δουλειά με το πριγιόνι και τα λοιπά […]. Η αποδέλοιπη το σκάει κακήν-κακώς, και αναλαμβάνουν δράση οι δικοί της. Κι επειδής si vis pacem para bellum,* η φαμίγια εξοπλίζεται με όλα τα κουζινικά κι όλα τ’ άλλα τα καλούδια που κρύβουν και κρεμάν στους τοίχοι στ’ αμερικάνικα τα σπίτια και τα γκαράζζζ, και μπουκάρει στου ψυχακίου το σπίτι και το κάνει π@υτάνα. Και όχι μόνο το σπίτι.

Παιδιά και κορίτσια,** εμ το σενάριο είναι πρωτότυπο, εμ οι μ@λάκες όλοι παίζουν ΚΑΛΑ (ακόμα και το ξανθό), με σατανικά υπερκαλύτερους τον μπάτσο και τον κοντό. Θα κατουρηθείτε απάνω σας, φροντίστε να ’χετε κατωσέντονο για κατούρημα από την Ίωνος Δραγούμη γωνία με Ερμού, 12 ευρά δίνεις, σιγά τα λεφτά.

Τρομακτική, πολύ τρομακτική η σκηνάρα με το χορό του πιτσοπαιδιού κάτω από το ντίσκομπολ. Γου. Α. Ου.

Κατ.


Μετά (πίνω κι αυτό το κ@λοουίσκι τού ΑΒ) αρχίνησα να βλέπω μια ταινία που διαδραματιζότανε σε μιαν απ’ αυτές τις μεσοδυτικές κ@μοπόλεις των ήπα που θες (που λαχταράς, που ονειρεύεσαι, που σε πιάνει μιάνα ονείρωξη) να τις κάμει γιάγμα ο Μπιλάντεν χτες, αλλά με πήρε ο Ομορφέας κι είδα δύο έργα σεκς κι ένα καράτε στο παλιό Δήμητρα, κι ήμουνα λαίει 12 χρονώ και φόραγα εκείνο το μαύρο κολλητό κοτλέ με τη λευκή ρίγα στις ραφές που όταν συνειδητοποίησα περί τίνος επρόκειτο έκανα την πρώτη απόπειρα.***

Κι αύριο μέρα είναι (σερν επιτρέποντος). Όντως.



ΥΓ.: Η raw feed τα σπάει: εταιρεία παραγωγής ταινιών μόνο για διβιντί, αλλά με αξιολογότατες παραγωγές, όχι Ψάλτης. Να ’ν’ καλά τα παιδιά να τα κονομάνε, έτσι κι αλλιώς γαία πυρί μιχθήτω και το μ@υνί της Χάιδως. Νόου φίουτσουρ. Μόνο Άρης.





----------------------
* Θέλω ν’ ανεβάσω λίγο τα ζτάνταρ των Κρητικών μου.
** Αυτό, αυτό, αυτό ’ναι το σωστό: παις --> παιδί, κόρη --> κορίτσι κ.τ.ρ. Μην ακούτε τούς κλάιν φεμινιστές πρώην ρηγάδες.
***Αποτυχημένη.

Καραμουρατ

Λαιπόν... καθόμαν που λέτε ένα ωραίο (όχι και τόσο... μουντό ήταν το διαολεμένο) βραδυνό στον καναπέ μου, στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμά μου (διαμέρισμα δηλαδή ο Θεός να το έκανε και η φαντασία μου ίσως) στο Σέφιλντ (πριν καμια 5ετία και κάτι ακόμα) και έκανα ζάπινγκ στα 5 κανάλια (!!!!! Ναι, 5 ελεύθερα κανάλια έχουν μόνο εκεί) γιατί βαριόμαν. Τεσπα... εκεί που φτάνω στο 3ο και πατάω το + στο τελεκοντρόλιο για να πάει στο τσάνελ 4 (ναι το 4ο λεγόταν τσάνελ 4 και το 5ο.... καλά το μαντέψατε τσάνελ 5, είχαμε και το Μπι Μπι Σι 1 και το Μπι Μπι Σι 2... Είδες δημιουργικότητα και φαντασία οι Εγγλέζοι... μόνο το 3ο είχε ό,τι να ναι όνομα για να σε μπερδευει... Άη τι βι - θα περίμενε κανείς να να κανάλι της εκκλησίας για αγίους και τέτοια, αλλά μπα...) .... ε.... ναι... πάω που λες στο τσάνελ φορ, και πετυχαίνω τα όπενινγκ κρέντιτς μιας ταινίας κουρκικής... (το τσάνελ φορ είναι το κανάλι που έβαζε τις περισσότερες ταινίες και τις ψαγμενιές)... "φτου γ@@@το..." σκέφτηκα καθώς ήθελα να δω καμια ταινία της προκοπής. Για καλή μου τύχη το αφήνω προς στιγμήν στο κανάλι αυτό και σηκώνομαι να πάω να πάρω να πιω κάτι από το ψυγείο.

Οπως φτάνω στο ψυγείο που λέτε και αρπάζω μια Τέσκοζ πορτοκαλάντα, με την άκρη του ματιού μου βλέπω στην τηλεόραση ένα αλόκοτο θέαμα. Βλέπω έναν τυπά, ξανθό, παλικάρι ολκής, ντυμένο ωσάν τον Ρομπέν των Δασών στις ταινίες του 40 και του 50, (όχι στα πράσινα όμως, αλλά με κολάν και τα λοιπά...) να ξιφομαχεί με 5 άλλους κακούς (είχαν το οφίσιαλ βίλεν ντύσιμο αυτών των ταινιών) με ένα φλερ λες και έβλεπες τον Έρολ Φλίν στα φόρτε του, και ξάφνου να πετάει! (εντάξει... δεν πέταξε κανονικά, αλλά σε στυλ τιγρηδράκου πέταγμα... ή μάλλον έκανε ένα άλμα καμια 15αριά μέτρων... τη μια ήταν κάτω και την άλλη απάν' σε μια σκεπή...)

Ώπα... λέω... κάτι γίνεται έδω... Για να μην τα πολυλογώ, κάθισα και είδα όλη την υπόλοιπη ταινία.

Δεν γνωρίζω αν το πόστερ αυτό είναι από την συγκεκριμένη ταινία που είδα (καθώς υπάρχουν πολλές ταινίες με τον ήρωα Καραμουράτ) αλλά πιστέψτε με λίγη σημασία έχει.

Ήταν μια απόλαυση... Από τα πιο ατόφια κάλτ θεάματα που έχω δει. Η ταινία είχε όλα τα κλισέ των δυτικών "ιπποτικών" ταινιών, αλλά προσαρμοσμένα στα κουρκικά δεδομένα και αντιλήψεις. Η συγκεκριμένη ταινία κιόλας είχε να κάνει με το Βυζάντιο.

Έδειχνε που λέτε την αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ο Αυτοκράτορας ήταν ένας γέρος, ψηλό-ανήμπορος αλλά και αφελής τυπάκος, ο οποίος είχε 2-3 συμβούλους που ήταν πραγματικά φίδια! Οι τύποι δηλαδή προσπαθούσαν τόσο πολύ να το δείξουν αυτό που οι ερμηνείες τους είναι απολαυστικά αστείες. Μιλάμε για φίδια κολωβά. Η κόρη όμως του αυτοκράτορα ήταν μια καλή, αγαθή και όμορφη κοπέλα, την οποία αγαπούσε ο καλός, ευγενής, αλλά αυστηρός σουλτάνος. Ο Καραμουράτ ήταν το πρωτοπαλίκαρο του σουλτάνου.

Η ταινία έχει μπόλικη δράση με απολαυστικές σκηνές μαχών και έναν Καραμουράτ να τα βάζει με 15 και μετά να ύπταται σε στέγες σπιτιών και άλλα τέτοια παλαβά... Πολύ πολύ γέλιο.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι η ταινία τελειώνει και με την πτώση της Πόλης. Δείχνει τους στρατιώτες του σουλτάνου να ανεβαίνουν σκάλες (ναι κυριολεκτικά σκάλες χτησμένες από την εξωτερική - !!!!- πλευρά των τοιχών... δεν τις χτήσαν οι κουρκοι τις σκάλες... ήταν μέρος των τοιχών προφανώς για εύκολη πρόσβαση...) και να ρίχνουν στρατιώτες κάτω από τις σκάλες, μέχρι να φτάσουν στη κορφή και να καταλάβουν τα τοίχη! Και μετά φυσικά είχε τη σκηνή που μπαίνει ο Σουλτάνος καβάλα στο άλογο στην πόλη και οι κάτοικοι των υποδέχονταν με λουλούδια σαν ήρωα, αφού είχε διώξει τα φίδια που λέγαμε πριν που ταλαιπωρούσαν το κοσμάκη...

Το εκπληκτικό ήταν ότι μου έδειξε το πως τα βλέπουν τα πράγματα από την απέναντι όχθη. Και δεν είναι αυτοί άνθρωποι φανατισμένοι και ότι να ναι, είναι οι μπροστάρηδες της αντίστοιχης "ποπ-αρτ" της κουρκίας. Ήταν οι άνθρωποι που γράφαν τα κόμικς εκεί, που βλέπανε προφανώς κάθε είδους δυτικής ταινίας με ήρωες που είχε γυριστεί. Κι όμως και αυτοί τα βλέπανε έτσι τα πράγματα... Τώρα θα μου πείτε και εμείς τον Κεμάλ τον μαθαίνουμε ώς βάρβαρο και γω δεν ξέρω τι άλλο κουρκο (άρα = κατακτητής) που ευθύνεται για την καταστροφή και τον θάνατο πολλών δικών μας κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής καταστροφής... Η μονόπλευρη αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων είναι δεδομένη σε κάθε πλευρά του πλανήτη... απλά ορισμένες φορές μου φαίνεται πολύ αστείο το πόσο διαφορετικά βλέπουν 2 άνθρωποι τα λεγόμενα "γεγονότα".

Τέσπα... ξέφυγα τελείως... Ο Cuneyt Arkin (ο Καραμουράτ) έγινε από τους πιο γνωστούς (αν όχι ο πιο γνωστός) ηθοποιούς στην κουρκία παίζοντας σε κάθε ταινία δράσης που μπορεί να βάλει το κεφάλι του ανθρώπου! Έπαιξε τον Έρολ Φλίν της κουρκίας, τον Τσάρλς Μπρόνσον, τον Κλίντ Ίστγουντ, τον Κρίστοφερ Ριβς, τον Τσακ Νόρις και πολλούς άλλους σε διαμάντια του κουρκικού Κινηματογράφου!! Πάρτε μερικά ποστεράκια να καταλάβετε περι τίνος πρόκειται...

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Οι Απέθαντοι (2004)


Αυτό τώρα είναι αστραλέζικο, και written, edited, produced and directed by the Spieris Brothers – ναι, ναι. Και είναι 2 φιλμ σε 1.

Εξηγούμαι. Από τη μία είναι ένα καθαρόαιμο κωμικό σπλάτερ (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) με πολλά γκορ πράγματα, αστείες και ευφυείς εξοντώσεις ζόμπι και λοιπά και λοιπά, κι από την άλλη, κι εντελώς ξαφνικά (και αναίτια…), ένα όλο προβληματισμό και βιολιά στο σάουντρακ υπαρξιακό ημιφίλμ επιστημονικής φαντασίας, κάτι πες σα τις Στενές Επαφές αλλά περασμένες στον τρίφτη.

Δεν το κατάλαβα αυτό. Δεν έπιασε σε μένα. Απ’ τη μια περνάς καλά και γελάς με το πρώτο μισό, κι από την άλλη ξενερώνεις απίστευτα με το αλλοπρόσαλλο σκηνικό που ξανοίγει μπροστά σου με το δεύτερο μισό. Να σκεφτείτε, ακόμα και ο πρωταγωνιστής ξεχνιέται, και κάνει 20 ολόκληρα λεπτά να ξαναπαίξει.

Σα να ’χεις παραγγείλει διπλό ουίσκι και να ’χει πάγο μόνο το μισό.

Ντίνγκο πράγματα.

Δεν ξέρω, προτείνεται μεν, αλλά για το κομμάτι με χωρίς πάγο.



Νομίζω καλύτερα να σταματήσω.

Γενικά μιλάω.

Μπράδερχουντ οφ δε γουφλ (2001)

Έτυχε να ξαναδώ τις προάλλες μια ταινία που την είχα δει παλιότερα και με άρεσε πάρα πολύ, οπόταν και είπα να την αναφέρω.

Γαλλικό μπλοκμπάστερ που γενικά τα σπάει. Είναι ταινία εποχής με μοντέρνα αισθητική και τεχνικές.

Υποτίθεται ότι είναι βασιζμένο σε πραγματική ιστορία περιοχής της Γαλλίας (από αυτές που λέν ο ένας στον άλλο για αιώνες και το "Πήγαινε που λές ο Ζάν βόλτα στον λόφο, ώσπου άκουσε το ουγλιαχτό ενός λύκου, τγόμαξε, έπεσε και έσπασε τα μούτγα του" γίνεται "Πήγαινε ο Ζαν και όλη η φαμίλια του για πικ νικ στον λόφο, ώσπου τους επιτέθηκε ένα ανθγωπόμογφο τέγας και τους κατασπάγαξε αφού βίασε το κγανίο του Ζαν και μετά αφώδευσε πάνω του..." ... Δηλαδή κάτι σαν διαιώνιο σπασμένο τηλέφωνο... ή όπως το λέμε εμείς πλέον... Ιστορία... τέσπα... μεγάλη συζήτηση.)

Η ιστορία αυτή κάνει λόγο για ένα τέρας που κατασπάραζε κοσμάκη (δεν έκανε τα υπόλοιπα που είπα βέβαια) ώσπου φτάνει στη περιοχή ένας διαβασμένος άνθρωπος (μιας και οι υπόλοιποι εκεί ήταν ή φτωχά ντουγανάκια που το μόνο που μπορούσαν να διαβάσουν ήταν η βίβλος ... αν κάποιος άλλος τους τη διάβαζε βέβαια... ή πλούσια ντουγάνια που οι προγόνοι τους το είχαν κάνει τόσες φορές μεταξύ τους που πλέον από τα κοινά γονίδια που είχαν όλοι τους, σχηματιζόταν ένας νορμαλ εγκέφαλος μόνο αν έπαιρνες τον εγκέφαλο του καθενός τον πετούσες σε μια γαβάθα πρόσθετες αψέντι και μετά τα έκανες όλα έναν πολτό κοπανόντας τα με έναν μπαλτά, όχι γουδοχέρι γιατί χαλάει η συνταγή... -Είναι βάσιμη μέθοδος το είδα σε λαίω σε νασιοναλ τζέο... Στανταριές όχι χαζά-) ... ... ... που είμουν;;; ... α ναι... φτάνει ένας διαβασμένος άνθρωπος που λέτε με τον ινδιάνο σκλάβο του (που όμως επειδή είναι πολύ τζιμάνι -ο φλώρος όχι ο ινδιάνος- δεν του φέρεται σαν σκλάβο, αφού ο Ινδιάνος ουσιαστικά του έγινε τσιμπούρι όταν λέει τον έσωσε ο φλώρος στον πόλεμο της απέναντι όχθης), ο οποίος Ινδιάνος σκλάβος (Μαρκ Ντακλάσκος, κάτι σαν τον δικό μας τον Ζουγκλάκο , αλλά σε καμία σχέση λαίμαι...) είναι ο γ@μ@ουλας ο ίδιος (αυτός είναι σε λαίο αφού τον είχα δεί από κοντά πριν κάποια χρόνια και η ομοιότητα είναι φοβερή... τον γ@μ@ουλα είδα όχι τον ντακλάσκο...)

Αν και ινδιάνος ξέρει την τέχνη του "γ@μώ και δέρνω με μάτριχ στυλ" (κάτι που από τις λιγοστές γνώσεις μου θα έπρεπε να είναι γνωστό εκείνη την εποχή μόνο σε συλλεκτικά χωριά της χάμω ανατολής...) και φοράει δερμάτινες καμπαρντίνες, όχι βρακιά και χάντρες σαν άλλους ομοεθνείς του φλώρους!

Τέσπα μέχρι το τέλος της ταινίας μας δείχνουν ότι ο φλώρος -ο διαβασμένος- τελικά δεν είναι τόσο φλώρος και ξέρει και αυτός την ίδια τέχνη με τον ινδιάνο κουλ νίντζα (ίσως τελικά και οι δύο να είναι μακρινοί απόγονοι των γενναίων εκείνων ανθρώπων από τα συλεχτικά χωριά που έλεγα πριν) και τους γ@μ@ει (τους κακους) ότι έχουν και δεν έχουν.

Στην ταινία παίζει επίσης και ο αχώνευτος, απαράδεκτος, αηδιαστικός και άδικα τυχερός Βισαντ κασέλ (σου γ@μώ τη μαντμαζέλ) ώς ο αχώνευτος, απαράδεκτος, αηδιαστικός... ... τον εαυτό του παίζει. Το σημαντικό βέβαια είναι ότι παίζει και το έτερον του ήμισι (γ@μώ τα πάντα του).

Ναι παίζει και η Μόνικα... και είναι... ε... εντάξει θέλω να κρατήσω και ένα επίπεδο, οπότε δεν θα καταφύγω σε επίθετα. Αλλά έχει μια σκηνή η ταινία που αυτή η σκηνή από μόνη της θα πρέπει να πάρει όσκαρ σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, σκηνικών, οπτικών εφε, ηθοποιίας και ότι άλλο έχουν ευχαρίστηση. Κάνει η κάμερα ένα παν (για τους αδαείς... χο χο χο... είναι όταν η κάμερα αρχίζει από ένα σημείο και κινείτε γρήγορα προς τα μπρός... χρησιμοποιείτε κυρίως για να δείξει μεγάλες εκτάσεις γής κτλ...)... κάνει που λέτε η κάμερα ένα πάν από τους γοφούς του γυμνού, ξαπλωμένου σώματος της Μόνικας και πηγαίνοντας προς τα πάνω, καθώς πλησιάζει στο πλούσιο... γκουχ γκουχ... στήθος της βγαίνει πίσω από την εικόνα άλλη εικόνα σιγά σιγά ενός μακρυνού λόφου στο ίδιο ακριβώς σχήμα... τεσπα... όταν το περιγράφεις ακούγεται σαχλό και παιδικό... είναι σχεδόν ποιητικό στην οθώνη.

Δεν μπορώ να πω και πολλά άλλα απλά Μονικα λαίμαι και κλαίμαι...

Κλείνοντας θέλω να πώ ότι η ταινία απλά γ@μ@ει. Δεν μπορείς να πεις και τίποτα άλλο (κάτι που σαφέστατα είναι ψέμμα αφού θα μπορούσα να την αναλύσω πολύ ακόμα, αλλά δυστυχώς βαριέμαι να γράψω περισσότερα... με έφαγαν οι μεγάλες παρενθέσεις στη μέση... ίσως δεν θα έπρεπε να τις γράψω... δεν ξέρω αν είπα αρκετά για την ταινία, αλλά αν δεν είπα... είπα προφανώς για κάτι άλλο, οπόταν και αυτό χρήσιμο θα είναι... έτσι δεν είναι;; )

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Ο Γάκος δεν βλέπει το Ούρμπαν Λέτζεντ (1998)

Είναι ψιλοφόλα, οκέι, γιατί να το κρατάμε μυστικό, οπότε το γύρισα με συνοπτικές στο ΕΤ3* κι αποξεχάστηκα με τα ζούδια που για όνομα δηλαδή αλλά είναι με το καυλί στο χέρι όλη μέρα, ρε π@ύστη.

Οκέι, ψάχνονται και για φαΐ, και κυνηγιόνται, και μ@λακίζονται, και… και αυτά – αλλά το κύριο μέλημά τους είναι ο πήδουλος.

Έδειχνε τπ κάτι γατιά, και καλά άγρια (καμία σχέση, σα το γάτο μας τον Τσίπη ήτανε που τον είχαμε ευνουχίσει κι ήρθε κι έγινε είκοσι κιλά ο χαντούμης – γατέβερ), και η άλλη λαίμαι ΤΟ ΕΚΑΝΕ με τον γάτο μπροστά στα κατσούλια. Στο λόγο μου! Εκείνα νιαρ-νιάααααααρ, και ξανά-μανά νιαρ-νιάααααααρ, μ’ ένα βλέμμα απίστευτης απόγνωσης («Γιατί μάς πηδάν τη μάνα, ποιος είν’ αυτόοοοοος; Μαμάααααα!»), αλλά η εξώλης δώσ’ του να κυλιέται σε κάτι ραδίκια (που τα ’χε μασήσει ο άλλος πρώτα; που τα ’χε μασήσει αυτή; που τα ’χε μασήσει ο παραγωγός του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ; του Άνιμαλ Πλάνετ; Δεν ξέρω, δε το ’δα απ’ την αρχή, θα μας μείνει απορία – πάντως κάποιος τα ’χε μασήσει), που τα ραδίκια λέει μυρίζανε πολύ σεξουλιάρικα (πίπες χερμπ: ο τυπάς την είχε άνετα από την αρχή, κι αυτή κι εμείς και το Νάσιοναλ Τζιογκράφικ το ξέραμε επίσης, και το Άνιμαλ Πλάνετ το ήξερε, αλλά ξερωγώ, για το ονόρε) κι έτσι τούς ερχόντανε οι ορέξεις.

Η σκύλα η γάτα στο μεταξύ άρχισε να σουρομαδιέται και να σούρνει τελείως έξαλλα, τόσο που ο κάτμαν την έκανε σε κάποια φάση, γιατί στα σοβαρά τώρα φοβήθηκε, κι αυτή τον τσαμάκωσε τσατ-μπαμ σ’ ένα τοιχαλάκι και τον στρίμωξε. Άσχημα.

Μη, τα πολυλογώ, αφού ξεμπερδέψαμε με δαύτους, πήγαμε στο Σερενγκέτι, όπου η μετάφραση-αφήγηση μάς είπε τη φοβερή λέξη «τσίτα», εννοώντας το τσιτάχ το γκιούμι (γιατί μας δείχνανε ποικιλjια ζώων), και την ξαναείπε, και ξανά άλλη μία στα καπάκια, η τσίτα και η τσίτα, οπότε κι εγώ ξανάβαλα το φιλμέτο, για να πέσω πάλι σε μια καλούλα γκορ κι έτσι σκηνή, μα λίγο η ώρα λίγο άλλοι φρικμπραδερικοί παράγοντες με ζμπρώξανε να ξαναβάλω το Σκάι, κι έτυχα σε μια ψηλοκώλα καμηλοπάρδαλη που πήγαινε να τη βατέψει ένας ζγδούμπος καμηλοπάρδαλος, κι εκείνη η έρμη τού καθότανε κοιτώντα τον ορίζοντα με ύφος θα-πάω-κι-ας-μου βγει-και-σε-κακό, αλλά ο περονόσπορας ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΦΤΑΝΕ. Μ@λάκες, τρελό γέλιο, και υποτίθεται το τυπάκι είχε πλακώσει στις μάπες όλα τα άλλα σερνικά της αγέλης – καλά, τι σ@ατά ήτανε οι άλλοι; γιακ; κατσίκια; καμήλες; καμήλες-νάνοι; Με την απορία θα μείνω.

Κι είπε πάλι η ίδια μετάφραση-αφήγηση «φερορμόνη» (με το ρου), οπόταν η συνείδησή μου δε το δέχτηκε και πάτησα ένα κουμπί στην τύχη και είδα μπροστά μου τον Παύλο Τσίμα.

Μ@λάκες, ο Παύλος Τσίμας άφησε μούσι; Πώς είναι έτσι;!

Ρε 78, γελάω, ρε φίλος. Οχ. Η κοιλιά μου.

Τέσπα, τώρα που είπα νάνοι. Ήταν μια παλιά άχρηστη σκέψη που έχω κάνει, για ένα θριλερικό ματς μπάσκετ με νάνους vs νάνους, με θεατές διάφορα φρικς και τα λοιπά, με σκοτάδια, με θολούς προβολείς και μπλε φώτα, ξέρετε τώρα, και μά το Θεό είχε ένα τέτοιο πράμα σε μιάνα εκπομπή (γιατί τον Τσίμα δε τον άντεχα με το μουστακάκι, όχι τώρα): ένα ματσάκι με νάνους! Σε ανοιχτό γήπεδο, κάτι σα το Ποσειδώνιο. Στο μεταξύ, δε, όλα τα άλλα ήτανε σε νορμάλ σάιζ, οπότε οι άνθρωποι είχαν πραγματικό πρόβλημα με το σκοράρισμα, αν και κατά τα άλλα το παίζανε όπως κι εμείς,** με κατεβάσματα, ντρίμπλες, σκριν, λεϊάπ, στοπ, τα πάντα. Το όριο ήταν το ένα-είκοσι. Κρίπι, huh;

Τι να πω… Αυτά. Για το έργο δεν έχω να πω κάτι, μιλάει η σιωπή. Κατ.

Αν ακούει κάποιος γιατρός και μπορεί να με βοηθήσει, ευχαρίστως.***



------------------------
* Ή στο Σκάι;
** Εσείς, για την ακρίβεια.
*** Όχι εσύ, ρε Αφ, νοσοκόμα δε με είπες ότι είσαι;


Μέιντ μπαι Γάκος

Κουνγκ Φου Χάσλ (2004)

Είναι τρελοί αυτοί οι Κινέζοι! Θέλετε να δείτε πως είναι ένα λάιβ άκσιον καρτούν, με ξύλο, κουνγκ φου, μπόλικη βία, γέλιο, γκάνγκστερζ και λίγο από γουέστερν αισθητική;; Ε... αυτή η ταινία τα έχει όλα και συμφέρει. Αν και αυτό το μαρινοπουλικό ακούγεται άσχημο (κανείς δεν γουστάρει ένα υπερμαρκέτιο - στην τέχνη τουλάχιστον-) στη συγκεκριμένη ταινία δίνει μια σουρεάλ αισθητική και ταυτόχρονα βομβαρδίζει τον θεατή ασταμάτητα, πράγμα που σε κάνει να μην χάνεις το ενδιαφέρον σου. Κάθε λεπτό και κάτι καινούργιο, και συνήθως από διαφορετικούς κόσμους (σλάπστικ κομεντί τη μία βγαλμένη από Τσάπλιν, εφέ που θυμίζουν ρόουντ ράνερ καρτούν την άλλη και καρά-τε ανελέητο την άλλη... πετάς και λίγο μάτριχ μέσα και έχεις ένα ποστμοντέρνο αριστούργημα).

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μακρινός ξάδερφος του Βέρσους, αφού και οι δύο ταινίες βάζουν γνωστές συνταγές από την ιστορία του κινηματογράφου μαζί με το καρά-τε σε ένα καζάνι και ανακατεύουν ασταμάτητα. Απλά ενώ το Βέρσους βάζει μέσα Πέκινπα, Χέρσελ Γκόρντον Λιούις, Ταραντίνο, Γκόρντον και άλλους διεστραμμένους τυπάδες, το Κουνγκ-φού-ζιο (ναί αυτός ήταν ο Ελληνικός του τίτλος... ε.... όχι τελείως αποτυχημένος...) βάζει μέσα Λεόνε, Γουατσόφσκι και πετάει διάσπαρτα μέσα αισθητική λούνει τουνς, αστερίχ και πολλών άλλων καρτούν της παιδικής ηλικίας. Δηλαδή αν το Βέρσους είναι ο ψυχάκιας σίριαλ κίλερ κλεισμένος σε ένα σκοτεινό άσυλο, το Κουνγκ φου χάσλε είναι το καθυστερημένο ξαδερφάκι του που τρέχει ξένοιαστο σε ένα ηλιόλουστο λιβάδι κυνηγώντας πεταλούδες με μια βαριοπούλα!


Συστήνετε ανεπιφύλακτα σε όσους ακομπλεξάριστους φαν των ταινιών θέλουν να δουν και κάτι διαφορετικό…