Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Ο Γάκος... με την Άζια...



Η Μητέρα των Λυγμών (La Terza Madre / Mother of tears, 2007)

Για τον Ντάριο, μάνγκες και άνιμες, τα λέγαμε και τις προάλλες, με αφορμή το τελευταίο λένε γενικά από τα μεγάλα του έργα, την Όπερα. τέλος πάντων, κι επειδή δε τη μπορώ την κακεντρέχεια, ο άνθρωπος συνέχισε να δουλεύει κανονικά και αρτζεντινικά, κι ας μην πιάνουν καλές διανομές οι ταινίες του, για να φτάσει πέρυσι, εικοσιεφτά χρόνια μετά το Ινφέρνο, να κλείσει επιτέλους τη μεγάλη και υπερμαγική τριλογία των Μητέρων. Πρώτα ήταν η Σουσπίρια, το ’77,


και τρία χρόνια μετά το Ινφέρνο,

όπου είδαμε τις Madre Suspiriorum και Madre Tenebrarum, τη Μητέρα των Στεναγμών και τη Μητέρα του Σκοταδιού αντίστοιχα, ενώ τώρα έχουμε την terza και τελευταία Madre, τη Madre Lachrimarum, δηλαδή τη Μητέρα των Λυγμών. Οι Μάγισσες αυτές έχουν υπερφυσικές ιδιότητες, είναι πολύ δυνατές, έχουν πιστούς και σπέρνουν τον όλεθρο αν ξυπνήσουν από τον ύπνο τους και τα λοιπά. Τέλος πάντων, αυτά.

Αυτό το φιλμ που λέμε σήμερα δεν είναι όμως ούτε Σουσπίρια ούτε Ινφέρνο—και καλά κάνει. Εδώ ούτε θολές, μισολιωμένες ατμόσφαιρες υπάρχουν, ούτε παλ χρώματα τεχνικολόρ, ούτε ονειρικές καταβάσεις σε μονοπάτια που δεν υπήρχαν μόλις πριν λίγο. Εδώ τα πράγματα είναι πιο ιντάστριαλ. Πιο σημερινά, και πιο προσγειωμένα. Ο Ντάριο έχει σκληρύνει, γαντζωμένος με τα μάτια από την εποχή, από το σήμερα. Εικονογραφεί τόσο ρεαλιστικά και ωμά την αστική βία, που είναι σα να σου λέει, Αυτό ήθελα να πω τόσο καιρό, αλλά το ’λεγα με τους δικούς μου τρόπους.

Βέβαια δεν παύει να είναι ο δάσκαλος που υπήρξε: τέτοια αφηγηματική δεινότητα (που φαίνεται και στράφτει στο μοντάζ) άντε να βρεις εύκολα ινάουρντεϊζ χωρίς να πέσεις αναγκαστικά πάνω σε πέντ’-έξι όντως χαρισματικές περιπτώσεις από Αμερική μεριά. Και τέτοια πρωτοτυπία στο να σου δείχνει διαφορετικά (ένα ψέμα διαφορετικά) πράγματα που ξέρεις απέξω κι ανακατωτά. Θυμάμαι είχα διαβάσει γι’ αυτό το έργο ότι κάνει αναφορές ακόμα και στον εαυτό του, και πράγματ κάνει (!), όπως επίσης σε Μπάβα, Φούλτσι, Ντεοντάτο και λοιπούς, τους σωθικάρχοντες δηλαδή τού γκορ.

Αυτό είναι άλλο ένα απρόσμενο ατού της ταινίας: οι σπλατ σκηνές, που παρουσιάζονται ωμά (όπως ξανάπαμε) και με τους χυμούς τους, και που πασχίζουν να είναι πρωτότυπες και μοντέρνες — και πράγματι ο κερατάς το καταφέρνει να αρθεί πάνω από το επίπεδο ενός Χόστελ ας πούμε ή ενός Ρομπ Ζόμπι, μόνο με λίγα πλάνα. Άμα λέμμε για δάσκαλο.

Αυτά. Παίζει, α – παίζει και ο Ούντο Κιρ, ήθελα να πω, αλλά άσ’ τον τώρα γιατί θυμήθηκα πχια παίζει τη Μητέρα των Λυγμών, μια κάπχια Μόραν Ατίας, αυτή:

ναι, ναι, και μόνο μ’ ένα τάλισμαν, ένα τίποτα, και ΦΥΣΙΚΑ η Άζια.

Αλλά γι’ αυτήν απόκαμα, δε δύναμαι να ξαναμιλήσω… Μονάχα ΘΑ ΠΩ πως και τι στον κόσμο να σε λένε Έντζο έστω και σ’ ένα έργο, και να σε φωνάζει η Άζια, «Καμάν, Έντζο, καμάααν!» κι εσύ να υπακούς.

Φόλα Αρτζέντο είμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: